Σε μια κρίσιμη συγκυρία για το μέλλον της διεθνούς ναυτιλίας, η ακαδημαϊκή κοινότητα και συγκεκριμένα το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο καταθέτει μια καίρια επιστημονική παρέμβαση. Αναλύοντας το προτεινόμενο πλαίσιο Net-Zero του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού, η σχετική μελέτη αναδεικνύει την αγεφύρωτη απόσταση μεταξύ των φιλόδοξων κανονιστικών στόχων και της πραγματικότητας που διέπει τα εναλλακτικά καύσιμα.
Σε αυτό το πλαίσιο, το προτεινόμενο ρυθμιστικό σχέδιο, στη μορφή που εξετάζεται, προκρίνει κυρίως τη χρήση συνθετικών καυσίμων. Η μελέτη σημειώνει ωστόσο ότι η παραγωγή τους καλύπτει επί του παρόντος λιγότερο από το 1% της ετήσιας ναυτιλιακής ζήτησης. Στον αντίποδα, επισημαίνεται ότι το σχέδιο δεν ενσωματώνει στον ίδιο βαθμό τον ρόλο των μεταβατικών καυσίμων, όπως το LNG και το LPG, ή των τεχνολογιών ενεργειακής απόδοσης, οι οποίες αξιοποιούνται ήδη από τον στόλο για τη μείωση των εκπομπών.
Τα συμπεράσματα αυτά έρχονται να επικυρώσουν τους έντονους προβληματισμούς των κρατών και των εκπροσώπων της βιομηχανίας ενόψει της κρίσιμης συνόδου της επιτροπής MEPC 84. Υπενθυμίζεται ότι, προ ολίγων ημερών οι ναυτιλιακοί οργανισμοί προχώρησαν σε κοινή ανακοίνωση, κάνοντας έκκληση για την υιοθέτηση ενιαίων βιώσιμων μέτρων, που θα λαμβάνουν μεταξύ άλλων υπόψιν τη διαθεσιμότητα και την ασφάλεια των εναλλακτικών λύσεων.
Εξετάζοντας και την περιβαλλοντική διάσταση, η έρευνα παρατηρεί ότι η παραγωγή πράσινων ναυτιλιακών καυσίμων απαιτεί σημαντικούς ενεργειακούς πόρους. Σύμφωνα με τα δεδομένα μάλιστα, η χρήση της ίδιας μονάδας ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας σε χερσαίες εφαρμογές επιτυγχάνει μεγαλύτερη αναλογικά μείωση εκπομπών. Καταλήγοντας, η μελέτη του ΕΜΠ αναφέρει ότι, ενώ ο στόχος της αποανθρακοποίησης υποστηρίζεται από τη βιομηχανία, το τρέχον σχέδιο ενδέχεται να επιφέρει υψηλά κόστη προσαρμογής που υπολογίζεται σε 300 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035.
Καταλήγοντας, η μελέτη του ΕΜΠ αναφέρει ότι, ενώ ο στόχος της αποανθρακοποίησης υποστηρίζεται από τη βιομηχανία, το τρέχον σχέδιο ενδέχεται να επιφέρει υψηλά κόστη προσαρμογής. Ως εκ τούτου, προτείνεται μια σταδιακή, τεχνολογικά ρεαλιστική και ενιαία ρυθμιστική προσέγγιση.
