Portnet – Ειδήσεις Πειραιά
Ελεύθερο Βήμα

Η αργή σήψη του ελληνικού δημόσιου σχολείου – του Μιχάλη Χαιρετάκη

Το ελληνικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα δεν κατέρρευσε ξαφνικά. Δεν ξύπνησε μια μέρα ο τόπος και βρήκε μαθητές να βρίζουν, να προπηλακίζουν ή να φτύνουν καθηγητές, γονείς να λειτουργούν σαν δικηγόροι κακομαθημένων παιδιών, και αποφοίτους να κρατούν πτυχία που δεν ξέρουν τι να τα κάνουν. Αυτή η κατάντια δεν ήρθε σαν κεραυνός. Ήρθε αργά, συστηματικά, σχεδόν διοικητικά. Με υπογραφές, με συμβιβασμούς, με ιδεολογικές φαντασιώσεις, με συντεχνιακές υστερίες, με πολιτικούς που ήθελαν ψήφους και όχι σχολεία.

Το δημόσιο σχολείο στην Ελλάδα απαξιώθηκε δεκαετία τη δεκαετία. Πρώτα έχασε το κύρος του. Μετά έχασε την πειθαρχία του. Μετά έχασε την απαίτηση για ποιότητα. Και στο τέλος έχασε και τον λόγο ύπαρξής του, γιατί σταμάτησε να συνδέει τη μάθηση με την πραγματική ζωή, με την εργασία, με την κοινωνία, με την ευθύνη, με την ενηλικίωση.

Και το χειρότερο; Όλοι το βλέπουν, αλλά οι περισσότεροι προσποιούνται ότι το πρόβλημα είναι “πολύπλοκο”, λες και χρειάζεται μεταφυσική ανάλυση για να καταλάβεις ότι ένα σχολείο στο οποίο ο μαθητής δεν σέβεται, ο γονιός δεν στηρίζει, ο καθηγητής δεν αξιολογείται και το κράτος δεν απαιτεί, είναι σχολείο υπό διάλυση.

Το σχολείο όπου ο δάσκαλος έπαψε να είναι δάσκαλος

Κάποτε ο εκπαιδευτικός είχε κύρος. Όχι επειδή ήταν αλάνθαστος. Όχι επειδή ήταν πάντα σπουδαίος. Αλλά επειδή το σύστημα, η κοινωνία και η οικογένεια αναγνώριζαν ότι μέσα στην τάξη υπάρχει μια ιεραρχία: κάποιος διδάσκει και κάποιος μαθαίνει. Σήμερα αυτό έχει διαλυθεί.
Στη θέση της σχέσης δασκάλου–μαθητή έχει εμφανιστεί μια γελοιογραφία “οριζόντιας συμβίωσης”, όπου ο εκπαιδευτικός καλείται να είναι παιδαγωγός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαχειριστής κρίσεων, σάκος του μποξ, γραμματέας του υπουργείου, χειριστής πλατφόρμας και στο τέλος να απολογείται κιόλας επειδή δεν “ενέπνευσε” επαρκώς τον μαθητή που του πέταξε την καρέκλα της περιφρόνησης στα μούτρα.
Η ίδια η πολιτεία αναγνωρίζει το πρόβλημα της ενδοσχολικής βίας, αφού έχει θεσπίσει ειδικές δράσεις, ημέρες ευαισθητοποίησης και σχετική πλατφόρμα αναφορών. Δεν μιλάμε δηλαδή για “υπερβολές νοσταλγών της βέργας”, αλλά για επίσημα παραδεκτό πρόβλημα που απαιτεί κρατική διαχείριση. Μάλιστα, το υπουργείο ανέφερε ήδη από το 2024 τη λειτουργία της πλατφόρμας κατά της ενδοσχολικής βίας και εκατοντάδες αναφορές, ενώ το 2025 συνέχισε ειδικές δράσεις και επιμορφώσεις για το φαινόμενο.

Ας το πούμε καθαρά: όταν σε ένα σχολείο ο μαθητής νιώθει ότι μπορεί να εξευτελίσει τον καθηγητή χωρίς πραγματικές συνέπειες, το πρόβλημα δεν είναι απλώς παιδαγωγικό. Είναι θεσμικό. Είναι πολιτισμικό. Είναι πρόβλημα κατάρρευσης εξουσίας και ορίων.

Η μεγάλη ελληνική απάτη: “μην αγγίζετε τους εκπαιδευτικούς”

Σε κάθε σοβαρή χώρα, ο σεβασμός προς τον εκπαιδευτικό συνδυάζεται με απαίτηση από τον εκπαιδευτικό. Στην Ελλάδα έγινε το ακριβώς αντίθετο: για χρόνια χτίστηκε ένα καθεστώς σχεδόν ιερής ανευθυνότητας. Όποιος μιλούσε για αξιολόγηση, λες και πήγαινε να βάλει δυναμίτη στα θεμέλια της δημοκρατίας.
Κι όμως, η ίδια η επίσημη ευρωπαϊκή και κρατική εικόνα λέει άλλα. Η Ελλάδα έχει πλέον θεσμοθετημένο πλαίσιο αξιολόγησης εκπαιδευτικών και στελεχών, ενώ η Eurydice καταγράφει ότι η αξιολόγηση προβλέπεται από το νομικό πλαίσιο και ότι το διδακτικό έργο αξιολογείται περιοδικά. Το ίδιο το gov.gr διαθέτει πλέον ειδική πλατφόρμα ατομικής αξιολόγησης εκπαιδευτικών. Δηλαδή το κράτος έχει αναγκαστεί, έστω καθυστερημένα, να παραδεχτεί το αυτονόητο: χωρίς αξιολόγηση δεν υπάρχει σοβαρό δημόσιο σχολείο.
Αλλά εδώ βρίσκεται η ουσία. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν “υπάρχει” αξιολόγηση στα χαρτιά. Το πρόβλημα είναι ότι για δεκαετίες το σύστημα έμαθε να αντιμετωπίζει κάθε προσπάθεια ελέγχου ως εχθρική πράξη. Έτσι παρήχθη μια κουλτούρα χαμηλής απαίτησης: να μη θιχτεί κανείς, να μη μετρηθεί κανείς, να μη συγκριθεί κανείς, να μη φανεί ποιος κάνει δουλειά και ποιος απλώς καταλαμβάνει καρέκλα.

Και κάπως έτσι φτάσαμε στο σημερινό φαινόμενο: όχι όλοι, αλλά πάρα πολλοί δάσκαλοι και καθηγητές να μπαίνουν στην τάξη κουβαλώντας όχι μόρφωση και αποστολή, αλλά ρουτίνα, κόπωση, συνδικαλιστικό αυτοματισμό και ένα πτυχίο που κάποτε πήραν και από τότε το συντηρούν σαν απολιθωμένο τεκμήριο επάρκειας.

Δεν φταίει μόνο η έλλειψη πόρων. Φταίει και η σήψη

Το πιο βολικό ψέμα είναι ότι όλα φταίνε επειδή “δεν έχουμε αρκετούς εκπαιδευτικούς” ή “δεν δίνει λεφτά το κράτος”. Ναι, η χρηματοδότηση παίζει ρόλο. Ναι, υπάρχουν ελλείψεις, στρεβλώσεις, αδικίες. Αλλά αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια.
Η άλλη μισή είναι πολύ πιο ενοχλητική: η Ελλάδα σε αρκετές βαθμίδες δεν έχει καν υψηλό λόγο μαθητών ανά εκπαιδευτικό. Αντιθέτως, τα στοιχεία του OECD δείχνουν ότι στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια ο λόγος μαθητών προς διδακτικό προσωπικό είναι από τους χαμηλότερους μεταξύ των χωρών με διαθέσιμα δεδομένα. Άρα δεν μπορείς να λες μονότονα “λείπει προσωπικό” όταν το ίδιο το διεθνές προφίλ δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσοι υπάρχουν, αλλά τι ακριβώς παράγει το σύστημα με αυτούς που ήδη υπάρχουν.
Με απλά λόγια: δεν είναι μόνο ζήτημα ποσότητας. Είναι ζήτημα ποιότητας, διοίκησης, λογοδοσίας και κουλτούρας.

Γιατί αν βάλεις σε ένα κακοδιοικούμενο, χαμηλών προσδοκιών σύστημα άλλους δέκα χιλιάδες ανθρώπους χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, δεν δημιουργείς αναγέννηση. Δημιουργείς μεγαλύτερη γραφειοκρατική μάζα.

Πτυχία χωρίς προορισμό, σπουδές χωρίς κοινωνικό νόημα

Ένα από τα πιο βρώμικα ψέματα που πούλησε η μεταπολιτευτική Ελλάδα είναι ότι η πανεπιστημιακή μαζικοποίηση ισοδυναμεί με πρόοδο. Σαν να αρκεί να ανοίγεις τμήματα, να βαφτίζεις σχολές, να μοιράζεις τίτλους και να λες ότι “επενδύεις στη γνώση”.
Έτσι φτιάξαμε ένα σύστημα όπου η χώρα πνίγηκε στους τίτλους αλλά διψάει σε δεξιότητες. Ένα σύστημα που μπορεί να σου παράγει πτυχιούχους επί πτυχιούχων, αλλά δεν μπορεί να τους εντάξει ομαλά σε μια παραγωγική οικονομία. Η Cedefop είναι σαφής: η Ελλάδα παρουσιάζει επίμονη αναντιστοιχία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης δεξιοτήτων, πολύ υψηλή αδυναμία αντιστοίχισης δεξιοτήτων με την αγορά και αδύναμες επιδόσεις στον ευρωπαϊκό δείκτη δεξιοτήτων. Στον European Skills Index του 2024 η Ελλάδα κατατάχθηκε 29η στις 31 χώρες συνολικά και 30ή στις 31 στο πεδίο Skills Matching.
Παράλληλα, η ίδια η Cedefop για την επαγγελματική εκπαίδευση στην Ελλάδα μιλά για υψηλή ανεργία νέων και επίμονες αναντιστοιχίες μεταξύ δεξιοτήτων και αναγκών της αγοράς εργασίας, ενώ επισημαίνει προβλήματα στη μετάβαση από το σχολείο στην εργασία.
Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο. Όχι ότι υπάρχουν γνωστικά αντικείμενα χωρίς άμεση εμπορική χρήση  αυτά σε μια σοβαρή χώρα έχουν τη θέση τους. Το σκάνδαλο είναι άλλο: ότι μια οικονομία με τεράστιες ανάγκες σε τεχνικά επαγγέλματα, παραγωγή, εφαρμοσμένες επιστήμες, τεχνολογία, αγροτεχνία, βιομηχανική υποστήριξη, logistics, ενέργεια, υγεία και σύγχρονη επαγγελματική κατάρτιση, συνεχίζει να παράγει στρατιές αποφοίτων χωρίς σαφή επαγγελματική σύνδεση με την πραγματικότητα και τις ανάγκες.
Με σαρκασμό θα το πεις σχολές για τη “μελέτη της σεξουαλικής ζωής των πιγκουίνων και του πεταλώματος των ψύλλων”. Αλλά ο σαρκασμός εδώ κρύβει μια αλήθεια: δεν είναι ότι μας πείραξε η γνώση. Μας πείραξε η γελοία αποσύνδεση ανάμεσα σε αυτό που σπουδάζει ο νέος και σε αυτό που έχει ανάγκη η κοινωνία.
Το ελληνικό δημόσιο σχολείο δεν λειτουργεί πια κυρίως ως μηχανισμός ανόδου. Λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης. Διατηρεί θέσεις, διατηρεί ισορροπίες, διατηρεί συντεχνίες, διατηρεί ψευδαισθήσεις. Δεν εκπαιδεύει με την έννοια του να σμιλεύει χαρακτήρες, να φτιάχνει πολίτες, να εντοπίζει ικανότητες, να καλλιεργεί πειθαρχία, να διαμορφώνει επαγγελματική συνείδηση.

Κάνει κάτι χειρότερο: μαθαίνει το παιδί από νωρίς ότι μπορεί να περάσει από θεσμό σε θεσμό με χαμηλή προσπάθεια, χαμηλή ευθύνη και διαρκή μετακύλιση ευθυνών. Αν δεν διάβασε, φταίει το σύστημα. Αν χλεύασε τον καθηγητή, φταίει το οικογενειακό περιβάλλον. Αν απέτυχε επαγγελματικά, φταίει η αγορά. Αν το πτυχίο του δεν οδηγεί πουθενά, φταίει ο καπιταλισμός. Πάντα κάτι άλλο φταίει. Ποτέ η εκπαιδευτική απάτη που του πούλησαν από μικρό.

Γιατί στην ιδιωτική εκπαίδευση υπάρχει “σεβασμός”;

Η απάντηση είναι απλή και καθόλου ρομαντική. Όχι επειδή η ιδιωτική εκπαίδευση είναι εξ ορισμού ηθικά ανώτερη. Όχι επειδή ξαφνικά οι άνθρωποι γίνονται καλύτεροι όταν περνούν την πόρτα ιδιωτικού σχολείου. Αλλά επειδή εκεί λειτουργεί κάτι που το δημόσιο φοβάται να παραδεχτεί: η λογοδοσία.
Όταν ο γονιός πληρώνει, δεν αγοράζει μόνο μάθημα. Αγοράζει και απαίτηση. Αγοράζει δομή. Αγοράζει κανόνες. Αγοράζει την προσδοκία ότι το σχολείο δεν θα του πει “έτσι είναι, τι να κάνουμε”. Και το σχολείο, για να επιβιώσει, δεν μπορεί να αφεθεί πλήρως στη χαλαρότητα, ούτε να ανεχθεί απεριόριστα τη διάλυση πειθαρχίας, ούτε να κρατά προσωπικό απλώς επειδή κάπου πρέπει να κάτσει.
Μπορεί να υπάρχουν υπερβολές, βιτρίνες, ταξικοί αποκλεισμοί, υποκρισίες. Αλλά ένα πράγμα είναι σαφές: εκεί όπου υπάρχει άμεση λογοδοσία στον πελάτη, υπάρχει και πίεση για αποτέλεσμα. Ενώ στο δημόσιο, επειδή “πληρώνει το κράτος”, στο τέλος δεν πληρώνει κανείς προσωπικά το κόστος της αποτυχίας. Και έτσι το κόστος το πληρώνει ο μαθητής, η οικογένεια και τελικά η χώρα.
Πολλοί γονείς σήμερα αντιμετωπίζουν το δημόσιο σχολείο σαν υποχρεωτική αγγαρεία. Στέλνουν το παιδί εκεί επειδή πρέπει, αλλά την πραγματική επένδυση την κάνουν αλλού: φροντιστήριο, ξένες γλώσσες, ιδιαίτερα, ιδιωτικά ΙΕΚ, σεμινάρια, πιστοποιήσεις, εξωτερικό. Αυτό από μόνο του είναι καταδίκη του συστήματος.
Όταν μια κοινωνία ξοδεύει δεύτερη και τρίτη φορά για να διορθώσει αυτό που υποτίθεται ότι προσφέρει ήδη δωρεάν το κράτος, τότε το “δωρεάν” είναι πολιτικό παραμύθι. Δεν είναι δωρεάν. Είναι προπληρωμένο μέσω φόρων και ξαναπληρωμένο μέσω ιδιωτικής διόρθωσης.

Κι εδώ βρίσκεται η πιο πικρή ειρωνεία. Οι πιο φανατικοί υπερασπιστές του δήθεν “ισχυρού δημόσιου σχολείου” είναι συχνά οι ίδιοι που, μόλις μπορέσουν, στέλνουν τα παιδιά τους αλλού ή συμπληρώνουν το κενό του δημοσίου με ιδιωτικές λύσεις.

Τι θα σήμαινε σοβαρή ανασυγκρότηση:

Όποιος θέλει να μιλήσει σοβαρά για παιδεία στην Ελλάδα πρέπει να ξεκινήσει από σκληρές αλήθειες.
Πρώτον, επιστροφή της πειθαρχίας χωρίς ψευτοπροοδευτικές ανοησίες. Σχολείο χωρίς όρια δεν είναι ελεύθερο σχολείο. Είναι ζούγκλα με πίνακα.
Δεύτερον, πραγματική αξιολόγηση παντού. Όχι τελετουργικό χαρτομάνι, όχι προσχηματικές εκθέσεις, όχι αμοιβαίες εξυπηρετήσεις. Αξιολόγηση με συνέπειες, επιμόρφωση όπου χρειάζεται, απομάκρυνση όπου δεν τραβάει.
Τρίτον, επανασύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή και την εργασία. Όχι για να γίνουν όλα ωμή τεχνική κατάρτιση, αλλά για να σταματήσει η χώρα να εκπαιδεύει νέους για έναν φανταστικό κόσμο που δεν υπάρχει.
Τέταρτον, σοβαρή ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, εκεί όπου η ίδια η ευρωπαϊκή τεκμηρίωση δείχνει ότι η Ελλάδα έχει πρόβλημα αντιστοίχισης δεξιοτήτων και αγοράς.

Πέμπτον, θεσμική προστασία του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη, αλλά με παράλληλη απαίτηση επάρκειας από τον ίδιο. Σεβασμός χωρίς έλεγχο καταλήγει ασυλία. Έλεγχος χωρίς σεβασμό καταλήγει εξευτελισμός. Χρειάζονται και τα δύο.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι το δημόσιο σχολείο “δεν είναι τέλειο”

Το πρόβλημα είναι ότι για πολλά χρόνια η Ελλάδα έμαθε να θεωρεί φυσιολογικό ένα δημόσιο σχολείο που δεν μορφώνει όσο πρέπει, δεν προστατεύει όσο πρέπει, δεν αξιολογεί όσο πρέπει και δεν οδηγεί όσο πρέπει πουθενά.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στην τελική εικόνα: μαθητές χωρίς όρια, γονείς χωρίς μέτρο, εκπαιδευτικούς χωρίς λογοδοσία, πτυχία χωρίς αντίκρισμα, και ένα κράτος που μοιράζει τίτλους, εγκυκλίους και διακηρύξεις σαν να μοιράζει συγχωροχάρτια.
Το ελληνικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα δεν πέθανε από έλλειψη καλών ανθρώπων. Πέθανε από έλλειψη σοβαρότητας.

Και μια χώρα που δεν παίρνει στα σοβαρά το σχολείο της, αργά ή γρήγορα δεν θα παίρνει στα σοβαρά ούτε τον εαυτό της.

Και όμως, μέσα σε αυτή τη σαπίλα, μέσα σε αυτό το κουφάρι που ακόμη το αποκαλούμε εκπαιδευτικό σύστημα, υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν. Υπάρχουν δάσκαλοι και καθηγητές που δεν έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι της αδράνειας. Που δεν μπήκαν στην τάξη για να βγάλουν άλλη μία μέρα, άλλη μία ώρα, άλλο ένα μεροκάματο μέχρι τη σύνταξη. Που παλεύουν πραγματικά.
Είναι εκείνοι που βλέπουν παιδιά διαλυμένα από το σπίτι, από την αδιαφορία, από την οθόνη, από τη βία, από την πλήρη απουσία ορίων, και παρ’ όλα αυτά προσπαθούν να σώσουν κάτι. Μια σπίθα περιέργειας. Μια λέξη σωστή. Μια σκέψη που θα μείνει. Μια στιγμή αυτοσεβασμού. Ένα μικρό “μπορώ” εκεί που όλα γύρω λένε “δεν γίνεται”.
Κάποιοι από αυτούς απελπίζονται. Και δικαίως. Γιατί πολεμούν μέσα σε ένα περιβάλλον που συχνά τους αφήνει μόνους, απροστάτευτους, απαξιωμένους, εκτεθειμένους ανάμεσα σε αδιάφορες διοικήσεις, γονείς-πελάτες, μαθητές χωρίς φραγμούς και ένα κράτος που ζητά συνεχώς περισσότερα χωρίς να στηρίζει ουσιαστικά τίποτα. Άλλοι, πάλι, καταφέρνουν κάτι μικρό. Μια μικρή όαση. Μια τάξη που λειτουργεί. Ένα παιδί που ξυπνάει. Ένα σχολείο που, για λίγο, δεν θυμίζει ερείπιο αλλά τόπο ζωντανό.

Σε αυτούς οφείλεται ο τελευταίος πυρήνας αξιοπρέπειας που δεν έχει ακόμα καταρρεύσει. Όχι στο υπουργείο. Όχι στις επιτροπές. Όχι στους επαγγελματίες της εκπαιδευτικής φλυαρίας. Σε αυτούς. Στους λίγους που εξακολουθούν να διδάσκουν πραγματικά, μέσα σε συνθήκες που θα έκαναν πολλούς να παραιτηθούν ψυχικά, αν όχι και σωματικά.

Γι’ αυτό και η κριτική στο δημόσιο σχολείο δεν είναι επίθεση εναντίον των καλών εκπαιδευτικών. Είναι, αντίθετα, η ελάχιστη δικαιοσύνη απέναντί τους. Γιατί εκείνοι είναι οι πρώτοι που πληρώνουν τη σαπίλα του συστήματος. Εκείνοι είναι που ασφυκτιούν μέσα στην ανικανότητα, στην ισοπέδωση, στην απουσία αξιολόγησης, στην εξίσωση του άξιου με τον αδιάφορο. Και εκείνοι είναι που θα άξιζαν ένα σχολείο σοβαρό, καθαρό, απαιτητικό, ζωντανό — όχι αυτό το διοικητικό βάλτωμα που τους αναγκάζει κάθε μέρα να κάνουν παιδαγωγική μέσα σε ερείπια.

Αν υπάρχει ακόμα ελπίδα για την παιδεία στην Ελλάδα, δεν βρίσκεται στα συνθήματα. Δεν βρίσκεται στις υπουργικές εξαγγελίες. Δεν βρίσκεται στις κομματικές ανακοινώσεις. Βρίσκεται σε αυτούς τους ανθρώπους. Στους λίγους που, πεισματικά, κρατούν ακόμη ένα μικρό φως αναμμένο μέσα στο μισοσκόταδο. Και μόνο γι’ αυτούς αξίζει να μιλάμε ακόμη για ανασυγκρότηση. Γιατί χωρίς αυτούς, το σύστημα θα είχε ήδη πεθάνει ολοκληρωτικά. Με αυτούς, τουλάχιστον, υπάρχει ακόμη μνήμη του τι θα μπορούσε να είναι ένα πραγματικό σχολείο.

Αυτή η αναγνώριση δεν είναι υποχώρηση από την κριτική που προηγήθηκε. Είναι η απαραίτητη δικλείδα ασφαλείας της. Αν όσα προηγήθηκαν ήταν η διάγνωση μιας γάγγραινας, τότε αυτό που οφείλει να ειπωθεί στο τέλος είναι η αναγνώριση των υγιών κυττάρων που κρατούν ακόμη αυτόν τον οργανισμό ζωντανό, έστω και σε μηχανική υποστήριξη.

Γιατί, μέσα σε αυτή τη σαπίλα, μέσα σε αυτό το κουφάρι που ακόμη το αποκαλούμε εκπαιδευτικό σύστημα, υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν. Υπάρχουν δάσκαλοι και καθηγητές που δεν έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι της αδράνειας. Που δεν μπήκαν στην τάξη για να βγάλουν άλλη μία μέρα, άλλη μία ώρα, άλλο ένα μεροκάματο μέχρι τη σύνταξη. Που παλεύουν πραγματικά.

Είναι οι πραγματικοί ήρωες της καθημερινότητας. Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται και η τελική καταδίκη του κράτους: ο ηρωισμός δεν μπορεί να είναι μόνιμο μοντέλο λειτουργίας μιας δημόσιας υπηρεσίας. Ένα κράτος δεν επιτρέπεται να επιβιώνει επειδή λίγοι αυτοθυσιάζονται για να καλύψουν τις τρύπες των πολλών. Ένα σοβαρό κράτος οφείλει να λειτουργεί με κανόνες, με στήριξη, με λογοδοσία, με δομές. Όχι να περιμένει από τους καλύτερους να ματώνουν αθόρυβα για να μη φανεί πόσο σάπιο είναι το σύνολο.
Και εδώ βρίσκεται μια από τις πιο βαθιές τραγικότητες της ελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας: οι καλύτεροι εκπαιδευτικοί είναι συχνά αυτοί που τιμωρούνται περισσότερο από το ίδιο το σύστημα.
Ο εκπαιδευτικός που θέλει να παράγει έργο στην Ελλάδα σήμερα δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τη διδακτέα ύλη. Έχει να αντιμετωπίσει πρώτα απ’ όλα μια εξισωτική κουλτούρα, ένα περιβάλλον που αρνείται πεισματικά να ξεχωρίσει τον εμπνευσμένο δάσκαλο από τον διεκπεραιωτή που κοιτάζει το ρολόι μέχρι να σχολάσει. Και όταν ένα σύστημα δεν αναδεικνύει τον άξιο, στην πράξη τον προσβάλλει. Τον ακυρώνει. Τον φθείρει.
Έχει να αντιμετωπίσει και το θεσμικό κενό. Γιατί όταν ένας καθηγητής προσπαθεί να επιβάλει όρια, να προστατεύσει την τάξη, να διατηρήσει έναν στοιχειώδη παιδαγωγικό χώρο, και το κράτος, η διοίκηση ή η διεύθυνση τον αφήνουν ακάλυπτο απέναντι σε επιθετικούς γονείς, σε μαθητές χωρίς φραγμούς, σε μια κουλτούρα συνεχούς αμφισβήτησης χωρίς συνέπειες, τότε του αφαιρούν τα ίδια τα εργαλεία της δουλειάς του.

Και πάνω απ’ όλα έχει να αντιμετωπίσει την ψυχική εξάντληση. Γιατί το να προσπαθείς να χτίσεις πάνω σε κινούμενη άμμο απαιτεί δυσανάλογα μεγάλη δύναμη. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους, από αυτούς τους φάρους που ακόμη φωτίζουν μικρές γωνιές ενός βυθιζόμενου συστήματος, κάποια στιγμή τρεμοσβήνουν. Όχι επειδή τους λείπει η γνώση. Όχι επειδή τους λείπει η διάθεση. Αλλά επειδή τους λείπει η στήριξη.

Σε ένα υγιές εκπαιδευτικό σύστημα, η διοίκηση και το κράτος θα έπρεπε να αποτελούν τη βάση που στηρίζει τον δάσκαλο, ώστε εκείνος να μπορεί να σταθεί όρθιος απέναντι στην τάξη και να διδάξει. Στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο. Η πυραμίδα είναι αντεστραμμένη. Ο δάσκαλος κουβαλά στις πλάτες του το βάρος μιας δυσλειτουργικής γραφειοκρατίας, της πολιτικής δειλίας, της κοινωνικής αποσύνθεσης και της θεσμικής ανεπάρκειας. Αντί να στηρίζεται από τον μηχανισμό, καλείται να υποκαταστήσει τον μηχανισμό.

ΥΓ. Η εικόνα είναι επεξεργασμένο καρέ από βιντεάκι που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο με μαθητή που προπηλακίζει καθηγήτριά του ενώ πίσω τους άλλος μαθητής προσποιείται ότι βάφει τον τοίχο, δίνοντας ακόμα έναν πιό δυνατό τόνο εξευτελισμού της δημόσιας εκπαίδευσης.

*ανάρτηση του Μιχάλη Χαιρετάκη στο facebook στις 15.03.2026