Το ελληνικό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα δεν κατέρρευσε ξαφνικά. Δεν ξύπνησε μια μέρα ο τόπος και βρήκε μαθητές να βρίζουν, να προπηλακίζουν ή να φτύνουν καθηγητές, γονείς να λειτουργούν σαν δικηγόροι κακομαθημένων παιδιών, και αποφοίτους να κρατούν πτυχία που δεν ξέρουν τι να τα κάνουν. Αυτή η κατάντια δεν ήρθε σαν κεραυνός. Ήρθε αργά, συστηματικά, σχεδόν διοικητικά. Με υπογραφές, με συμβιβασμούς, με ιδεολογικές φαντασιώσεις, με συντεχνιακές υστερίες, με πολιτικούς που ήθελαν ψήφους και όχι σχολεία.
Το δημόσιο σχολείο στην Ελλάδα απαξιώθηκε δεκαετία τη δεκαετία. Πρώτα έχασε το κύρος του. Μετά έχασε την πειθαρχία του. Μετά έχασε την απαίτηση για ποιότητα. Και στο τέλος έχασε και τον λόγο ύπαρξής του, γιατί σταμάτησε να συνδέει τη μάθηση με την πραγματική ζωή, με την εργασία, με την κοινωνία, με την ευθύνη, με την ενηλικίωση.
Και το χειρότερο; Όλοι το βλέπουν, αλλά οι περισσότεροι προσποιούνται ότι το πρόβλημα είναι “πολύπλοκο”, λες και χρειάζεται μεταφυσική ανάλυση για να καταλάβεις ότι ένα σχολείο στο οποίο ο μαθητής δεν σέβεται, ο γονιός δεν στηρίζει, ο καθηγητής δεν αξιολογείται και το κράτος δεν απαιτεί, είναι σχολείο υπό διάλυση.
Το σχολείο όπου ο δάσκαλος έπαψε να είναι δάσκαλος
Ας το πούμε καθαρά: όταν σε ένα σχολείο ο μαθητής νιώθει ότι μπορεί να εξευτελίσει τον καθηγητή χωρίς πραγματικές συνέπειες, το πρόβλημα δεν είναι απλώς παιδαγωγικό. Είναι θεσμικό. Είναι πολιτισμικό. Είναι πρόβλημα κατάρρευσης εξουσίας και ορίων.
Η μεγάλη ελληνική απάτη: “μην αγγίζετε τους εκπαιδευτικούς”
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο σημερινό φαινόμενο: όχι όλοι, αλλά πάρα πολλοί δάσκαλοι και καθηγητές να μπαίνουν στην τάξη κουβαλώντας όχι μόρφωση και αποστολή, αλλά ρουτίνα, κόπωση, συνδικαλιστικό αυτοματισμό και ένα πτυχίο που κάποτε πήραν και από τότε το συντηρούν σαν απολιθωμένο τεκμήριο επάρκειας.
Δεν φταίει μόνο η έλλειψη πόρων. Φταίει και η σήψη
Γιατί αν βάλεις σε ένα κακοδιοικούμενο, χαμηλών προσδοκιών σύστημα άλλους δέκα χιλιάδες ανθρώπους χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, δεν δημιουργείς αναγέννηση. Δημιουργείς μεγαλύτερη γραφειοκρατική μάζα.
Πτυχία χωρίς προορισμό, σπουδές χωρίς κοινωνικό νόημα
Κάνει κάτι χειρότερο: μαθαίνει το παιδί από νωρίς ότι μπορεί να περάσει από θεσμό σε θεσμό με χαμηλή προσπάθεια, χαμηλή ευθύνη και διαρκή μετακύλιση ευθυνών. Αν δεν διάβασε, φταίει το σύστημα. Αν χλεύασε τον καθηγητή, φταίει το οικογενειακό περιβάλλον. Αν απέτυχε επαγγελματικά, φταίει η αγορά. Αν το πτυχίο του δεν οδηγεί πουθενά, φταίει ο καπιταλισμός. Πάντα κάτι άλλο φταίει. Ποτέ η εκπαιδευτική απάτη που του πούλησαν από μικρό.
Γιατί στην ιδιωτική εκπαίδευση υπάρχει “σεβασμός”;
Κι εδώ βρίσκεται η πιο πικρή ειρωνεία. Οι πιο φανατικοί υπερασπιστές του δήθεν “ισχυρού δημόσιου σχολείου” είναι συχνά οι ίδιοι που, μόλις μπορέσουν, στέλνουν τα παιδιά τους αλλού ή συμπληρώνουν το κενό του δημοσίου με ιδιωτικές λύσεις.
Τι θα σήμαινε σοβαρή ανασυγκρότηση:
Πέμπτον, θεσμική προστασία του εκπαιδευτικού μέσα στην τάξη, αλλά με παράλληλη απαίτηση επάρκειας από τον ίδιο. Σεβασμός χωρίς έλεγχο καταλήγει ασυλία. Έλεγχος χωρίς σεβασμό καταλήγει εξευτελισμός. Χρειάζονται και τα δύο.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το δημόσιο σχολείο “δεν είναι τέλειο”
Και μια χώρα που δεν παίρνει στα σοβαρά το σχολείο της, αργά ή γρήγορα δεν θα παίρνει στα σοβαρά ούτε τον εαυτό της.
Σε αυτούς οφείλεται ο τελευταίος πυρήνας αξιοπρέπειας που δεν έχει ακόμα καταρρεύσει. Όχι στο υπουργείο. Όχι στις επιτροπές. Όχι στους επαγγελματίες της εκπαιδευτικής φλυαρίας. Σε αυτούς. Στους λίγους που εξακολουθούν να διδάσκουν πραγματικά, μέσα σε συνθήκες που θα έκαναν πολλούς να παραιτηθούν ψυχικά, αν όχι και σωματικά.
Αν υπάρχει ακόμα ελπίδα για την παιδεία στην Ελλάδα, δεν βρίσκεται στα συνθήματα. Δεν βρίσκεται στις υπουργικές εξαγγελίες. Δεν βρίσκεται στις κομματικές ανακοινώσεις. Βρίσκεται σε αυτούς τους ανθρώπους. Στους λίγους που, πεισματικά, κρατούν ακόμη ένα μικρό φως αναμμένο μέσα στο μισοσκόταδο. Και μόνο γι’ αυτούς αξίζει να μιλάμε ακόμη για ανασυγκρότηση. Γιατί χωρίς αυτούς, το σύστημα θα είχε ήδη πεθάνει ολοκληρωτικά. Με αυτούς, τουλάχιστον, υπάρχει ακόμη μνήμη του τι θα μπορούσε να είναι ένα πραγματικό σχολείο.
Γιατί, μέσα σε αυτή τη σαπίλα, μέσα σε αυτό το κουφάρι που ακόμη το αποκαλούμε εκπαιδευτικό σύστημα, υπάρχουν άνθρωποι που επιμένουν. Υπάρχουν δάσκαλοι και καθηγητές που δεν έγιναν δημόσιοι υπάλληλοι της αδράνειας. Που δεν μπήκαν στην τάξη για να βγάλουν άλλη μία μέρα, άλλη μία ώρα, άλλο ένα μεροκάματο μέχρι τη σύνταξη. Που παλεύουν πραγματικά.
Και πάνω απ’ όλα έχει να αντιμετωπίσει την ψυχική εξάντληση. Γιατί το να προσπαθείς να χτίσεις πάνω σε κινούμενη άμμο απαιτεί δυσανάλογα μεγάλη δύναμη. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους, από αυτούς τους φάρους που ακόμη φωτίζουν μικρές γωνιές ενός βυθιζόμενου συστήματος, κάποια στιγμή τρεμοσβήνουν. Όχι επειδή τους λείπει η γνώση. Όχι επειδή τους λείπει η διάθεση. Αλλά επειδή τους λείπει η στήριξη.
Σε ένα υγιές εκπαιδευτικό σύστημα, η διοίκηση και το κράτος θα έπρεπε να αποτελούν τη βάση που στηρίζει τον δάσκαλο, ώστε εκείνος να μπορεί να σταθεί όρθιος απέναντι στην τάξη και να διδάξει. Στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο. Η πυραμίδα είναι αντεστραμμένη. Ο δάσκαλος κουβαλά στις πλάτες του το βάρος μιας δυσλειτουργικής γραφειοκρατίας, της πολιτικής δειλίας, της κοινωνικής αποσύνθεσης και της θεσμικής ανεπάρκειας. Αντί να στηρίζεται από τον μηχανισμό, καλείται να υποκαταστήσει τον μηχανισμό.
