Η «συγκέντρωση» του εμπορίου δεν περιορίζει την ακρίβεια στην αγορά

του προέδρου ΕΒΕΠ & ΠΕΣΑ Βασίλη Κορκίδη

Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η μάχη με τον πληθωρισμό θα είναι μεγάλης διάρκειας, με την ΕΚΤ να προβλέπει, λόγω του τιμαρίθμου των τροφίμων, ότι δεν θα τελειώσει μέχρι το τέλος του έτους, ούτε θα πιάσει τον στόχο του 2% το 2024. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει να παίρνει μέτρα περιορισμού του πληθωρισμού εντείνοντας τους ελέγχους στην αγορά, αλλά και τη στήριξη στα νοικοκυριά, που ενισχύονται για τις αγορές τους σε σούπερ μάρκετ και καταστήματα τροφίμων μέσω του «Market Pass». Επειδή μάλιστα είναι ένα μέτρο που καλύπτει σχεδόν το 10% των καθημερινών αγορών και ενισχύει 2,8 εκατ. οικογένειες με 22 μέχρι 100 ευρώ, κάθε μήνα, δεν θα πρέπει να ολοκληρωθεί τον Οκτώβριο, αλλά να παραταθεί τουλάχιστον μέχρι το τέλος του έτους. Παράλληλα, διευρύνεται το «Καλάθι του Νοικοκυριού» με 11 σχολικά είδη για το «Καλάθι των Μαθητών», καθώς και με 13 από τις 56 κατηγορίες να περιλαμβάνουν ένα επώνυμο προϊόν στο καλάθι και που θα αναρτώνται εβδομαδιαίως στη πλατφόρμα «e-katanalotis», ένα διαχρονικό εργαλείο που αυξάνει τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό στην αγορά. Το «πλαφόν μεικτού κέρδους» θα συνεχίσει να εφαρμόζεται και σε άλλα προϊόντα, όπως τα σχολικά είδη, ενώ τα σούπερ μάρκετ θα πωλούν τα προϊόντα προσφορών και στα ηλεκτρονικά τους καταστήματα.

Αυτές οι πρωτοβουλίες συμπληρώνουν την ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών μέσω της αύξησης μισθών και συντάξεων, τη μείωση της ανεργίας και τη μείωση φόρων, η οποία ελάφρυνε τους φορολογούμενους από βάρη της τάξης των 7 δις ευρώ την προηγούμενη τετραετία και προβλέπει άλλα 4 δις ευρώ. Η Ελλάδα έχει σταθερά τον πέμπτο χαμηλότερο ρυθμό αύξησης των τιμών ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ, ενώ είναι μία από τις ελάχιστες χώρες που βρίσκονται πιο κοντά στο στόχο της ΕΚΤ με τιμάριθμο της τάξης του 3,4% έναντι 5,3% στην Ευρωζώνη. Όμως σε εθνικό επίπεδο, δύσκολα μπορεί να περιορισθεί η πρακτική των πολυεθνικών εταιρειών να πουλάνε τα προϊόντα τους ακριβότερα στην Ελλάδα, αφού δεν υπάρχει πλαφόν. Θα πρέπει λοιπόν σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο να βρεθεί λύση, πριν η αποκλιμάκωση των τιμών στο ράφι, δεν προκύψει από την μείωση του κόστους της παραγωγής και εφοδιασμού, αλλά από μια καταστροφική «εξ ανάγκης» μείωση της κατανάλωσης.

Η επιβεβλημένη αποφυγή μιας κρίσης επισιτιστικού κόστους θα πρέπει να έχει ως πρότυπο ενέργειες αντίστοιχες με αυτές για την αντιμετώπιση της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης, αλλά αυτή τη φορά, ταχύτερα και με μόνιμα μέτρα, διατροφικής απεξάρτησης. Στην Ελλάδα οι άμυνες μας κατά τις ακρίβειας των τροφίμων δεν πρέπει να επικεντρωθούν μόνο στα εισαγόμενα προϊόντα που ναι μεν διατηρούν τον εισαγόμενο πληθωρισμό, αλλά δύσκολα ελέγχονται και περιορίζονται. Πρέπει πρώτα να γίνουν παρεμβάσεις στήριξης και ενίσχυσης των αγροτών σε εκείνα τα προϊόντα που έχουμε εγχώρια παραγωγή και επάρκεια. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό όπως προκύπτει από τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή σε τουλάχιστον 25 από τις 60 βασικές κατηγορίες διατροφής. Επίσης πρέπει να εξετάσουμε γιατί η Ελλάδα εμφανίζει μεγαλύτερο ποσοστό ανατιμήσεων σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης σε τουλάχιστον 10 βασικά προϊόντα, τα οποία ίσως πρέπει να χειριστούμε με ελεγχόμενες φορολογικές μειώσεις.

Οι ανατιμήσεις σε τρόφιμα όπως αναμενόταν δεν περιορίστηκαν λόγω αυξημένης ζήτησης, ούτε τον Αύγουστο, εντείνοντας τις πιέσεις για τα εισοδήματα, ενώ προστέθηκε και η ακρίβεια στα υγρά καύσιμα με την τιμή της βενζίνης να ξεπερνά τα 2 ευρώ το λίτρο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εκτιμήσεις από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, το Υπουργείο Ανάπτυξης και την ΕΛΣΤΑΤ να υπολογίζουν το ύψος του πληθωρισμού τον Αύγουστο πάνω από το 3%, με τάσεις ανοδικές και για το φθινόπωρο. Στα τρόφιμα, οι ανατιμήσεις σε μια σειρά βασικά είδη γαλακτοκομικά, αβγά, κρέατα, φρούτα, λαχανικά, ψωμί και δημητριακά είχαν προαναγγελθεί από τις αρχές του Αυγούστου. Οι τιμές στα φρούτα και τα λαχανικά, αυξήθηκαν μέσα στον μήνα, ενώ μετά τις τελευταίες πυρκαγιές σε Έβρο, Αττική και Βοιωτία, οι ανατιμήσεις σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά αναμένεται να ενταθούν, ακολουθούμενες και από νέο κύμα ανατιμήσεων σε ψωμί, κρέατα, γαλακτοκομικά και ελαιόλαδο.

Σε επίπεδο ΕΕ θα πρέπει να διερευνηθεί η εισαγωγική εξάρτηση, η τιμολογιακή πολιτική μεταξύ εταιριών, καθώς και οι συμφωνίες συγκέντρωσης βασικών αγαθών από μεγάλες εταιρείες. Σύμφωνα με το ΔΝΤ η συμμετοχή των εταιρικών κερδών επηρεάζει κατά 45% τον ΔΤΚ στα τρόφιμα και κατά 40% η επιβάρυνση των εισαγωγών. Η προτίμηση των καταναλωτών σε φθηνότερα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και η μείωση της ψαλίδας από τα επώνυμα είναι μια ηχηρή προειδοποίηση. Τέλος, μια ανταγωνιστική, υγιή αγορά δεν την «τρομάζουν» οι έλεγχοι, αφού τους χρειάζεται για να καταπολεμηθούν στρεβλώσεις που επιτείνουν το πρόβλημα της αισχροκέρδειας και το οποίο κυρίως εντοπίζεται στην αναδιανεμητική συγκέντρωση του εμπορίου, καθώς ισχυροποιούν την θέση κάποιων μεγάλων και αποδυναμώνουν την θέση των πολύ μικρών και μικρομεσαίων. Όσο περισσότερο λοιπόν «συγκεντρώνεται» το εμπόριο, τόσο δυσκολότερα περιορίζεται η ακρίβεια στην αγορά.