Αν είχα ένα χιλιάρικο...

kapranos rect

Του Δημήτρη Καπράνου

Μαζευόμαστε κάθε χρόνο οι απόφοιτοι του St. Paul και ακολουθεί φαγοπότι στην αυλή.
Εκεί, όπου από τα 12 μέχρι τα 18 μας τρώγαμε τα λυσσακά μας με βόλεϊ, μπάσκετ και συζητήσεις, την ημέρα της σύναξης των αποφοίτων, αραδιάζονται τραπέζια και καρέκλες, μοιράζονται ποτά και "κρύος μπουφές" και οργιάζουν οι αναμνήσεις.
Μέχρι κάποια χρονιά έρχονταν μαζί και η γυναίκες μας. Εδώ και κάποια χρόνια, όμως, είμαστε μόνον άνδρες!
-Δεν αντέχουν οι γυναίκες να βλέπουν τη φθορά, ούτε μπορούν να αντέξουν τη σύγκριση με κάποιες που φαίνονται- ή είναι -εμφανώς νεότερες! λέει ο Παναγιώτης.
Εντάξει, να το δεχθώ, αλλά τί φταίει η δική μου η γυναίκα που είμαστε μαζί πενήντα χρόνια, αν ο Γιώργος, συμμαθητής και φίλτατος, έχει κάνει ήδη τρίτο γάμο και η σημερινή του σύζυγος είναι ίσαμε την μεγάλη του κόρη από τον πρώτο γάμο;
Βεβαίως, όταν την πρωτοέφερε (και δεν το ξανατόλμησε) έπεσε η "χοντράδα" από τον "Δήμαρχο" (έτσι αποκαλούμε συμμαθητή μας του οποίου ο πατέρας ήταν δήμαρχος πολλά χρόνια).
-Να σας συστήσω την Αλίκη, λέει( με φανερό καμάρι) ο Γιώργος και ο δήμαρχος, χωρίς να περιμένει την ιδιότητα της κοπέλας, πέταξε τη ρουκέτα!
-Πεταχτούλη! Έχεις και εξώγαμη κόρη, ε; Εμ 'τι περιμένεις; Σοσιαλιστής δεν είσαι; Τη μια ο Μιτεράν, την άλλη ο Ανδρέας, τώρα κι εσύ!
Αναψοκοκκίνισε ο Γιώργος, αλλά γρήγορα συνήλθε και πέρασε στην αντεπίθεση.
-Εντάξει, δήμαρχε, το είπες το αστείο σου, αλλά η Αλίκη είναι γυναίκα μου, παντρευτήκαμε πριν δυο μήνες και περιμένουμε το πρώτο μας παιδί. Άντε τώρα να φας το γιαουρτάκι σου, γιατί εμείς τρώμε και το βράδυ και πίνουμε κιόλας και κάνουμε και παιδιά! είπε, χτυπώντας τον, λόγω παραξενιάς εργένη, δήμαρχο στο μαλακό υπογάστριο.
Με κουβέντες, πειράγματα, αναμνήσεις και ιστορίες για το "πόσο ωραία περνούσαμε" φεύγουν οι ώρες, πίνουμε τις μπιρίτσες μας , θυμόμαστε τους "Φρέρηδες" και τους καθηγητές μας και κατά τα μεσάνυχτα αποχωριζόμαστε για να συναντηθούμε πάλι σε κάποια γιορτή, κάποια εκδήλωση του σχολείου.
Έτσι και προχθές, περάσαμε όμορφα, θυμηθήκαμε τις κοπάνες, τις πλάκες και τα παιγνίδια μας και στις δώδεκα "το διαλύσαμε".
Είχα παρκάρει λίγο πιο κάτω, στην Κανθάρου και πήγα σιγά-σιγά μέχρι το αυτοκίνητο. Νωχελικά και σχεδόν όμορφα, κάθισα κι έβαλα μπροστά τη μηχανή. Ακούω θορύβους, βγαίνω έξω και βλέπω διαλυμένο όλο το δεξί φτερό, σπασμένα τα δεξιά φανάρια και τη ρόδα να έχει "γυρίσει περίεργα προς τα έξω! "Σπασμένα ψαλίδια, ίσως και μπουκάλες", σκέπτομαι"...
Ρωτώ όποιον βρήκα γύρω, όλοι την ίδια απάντηση: "Δεν ακούσαμε τίποτε, δεν είδαμε τίποτε". Ουδείς θέλει "να μπλέκει" πλέον...
Πάω στην Αστυνομία. "Το και το. Να καταθέσω μήνυση κατ' αγνώστων;" ερωτώ. "Θα χάσετε χρόνο και χρήμα. Χιλιάδες αυτοκίνητα είναι ανασφάλιστα! Ούτε κάρτα ούτε σημείωμα πλέον σε τρακάρισμα! Το σκάνε!".
Χθες πήγα συνεργείο. "Άσε ένα χιλιάρικο για αρχή", μου λέει ο Τάσος. Του άφησα το αυτοκίνητο. "Αν είχα ένα χιλιάρικο, θα αγόραζα καινούριο" του είπα. Κι έφυγα...