Αλλαγές χωρίς μεταρρυθμίσεις στη φορολογία των ελευθέρων επαγγελματιών

του Βασίλη Κορκίδη*

Αλλαγές ναι, μεταρρυθμίσεις όμως όχι, φαίνεται να φέρνει στη φορολόγηση των ελευθέρων επαγγελματιών το νομοσχέδιο που παρουσιάστηκε από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Αντίθετα θα έλεγα πως μας γυρίζει χρόνια πίσω στην εποχή των αντικειμενικών κριτηρίων, αντί να μας πάει μπροστά με σύγχρονα ψηφιακά κριτήρια.

Η άποψη μου είναι ξεκάθαρη είναι ότι οι στρατηγικοί φοροφυγάδες δημιουργούν αθέμιτο ανταγωνισμό στην αγορά και θα πρέπει κάπως και κάποτε να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν. Επίσης πάγια επιθυμία μου είναι οι συνεπείς φορολογούμενοι να επιβραβεύονται και θα έπρεπε σε αυτούς να δοθεί το bonus του ΥΠΕΘΟ, αντί σε ανώνυμες καταγγελίες. Το πρόσθετο κίνητρο για τη φορολογική συνέπεια, θα πρέπει μάλιστα να αφορά όλους τους συνεπείς και όχι όσους εμφανίζουν κέρδη πάνω από το κατώτατο τεκμαρτό όριο, που θα απαλλάσσονται από το 50% του τέλους επιτηδεύματος, αντί 25%. Σε μια φάση που η χώρα μας όλο και πλησιάζει να αποκτήσει φορολογική κουλτούρα και όλοι αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ότι η ψηφιακή διακυβέρνηση και η ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων θα περιορίσει τη φοροδιαφυγή, ξαφνικά οριοθετούμε τη φοροδιαφυγή στα 10.920 ευρώ με ετήσια αναπροσαρμογή.

Στην εποχή της ψηφιακής μετάβασης θα περιμέναμε τον εκσυγχρονισμό των ελέγχων με τη χρήση ψηφιακών εργαλείων για διασταυρώσεις φορολογητέας ύλης και μια διαρκή αύξηση των κρατικών εσόδων που θα μπορούσαν να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο πρωτοβουλίες για την ενίσχυση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Άλλωστε είναι ξεκάθαρο,πως η μείωση 50 φόρων και φορολογικών συντελεστών, από τη παρούσα κυβέρνηση εδώ και μια τετραετία, απέδωσε καρπούς με αύξηση τόσο τον συνολικών φορολογικών εσόδων από 55 σε 63 δις ευρώ, όσο και του ΦΠΑ από 18 σε 23 δις ευρώ. Τα τρία σημεία που ξεχωρίζω στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο είναι αρχικά οι καταγγελίες που καλώς υπάρχουν μεν, αλλά να είναι επώνυμες δε. Το δεύτερο σημείο είναι η υποχρεωτική ανάρτηση εσόδων και δαπανών στο myData, αλλά με αναγνώριση όλων των εξόδων που εκ παραδρομής ή εξαιτίας τεχνικού προβλήματος δεν θα έχουν διαβιβαστεί στη πλατφόρμα και τρίτον η υποχρεωτική χρήση των ηλεκτρονικών τιμολογίων, δελτίων αποστολής και του ψηφιακού πελατολογίου μέχρι τέλος του 2024, που πράγματι αποτελούν εξέλιξη στα λογιστικά πρότυπα.

Η εφαρμογή appodixi της ΑΑΔΕ πολύ καλώς υπάρχει και χρησιμοποιείται για καταγγελίες καταναλωτών που γίνονται αποδέκτες πλαστών και εικονικών αποδείξεων, με την προϋπόθεση να επιλυθεί το πρόβλημα διασύνδεσης του myData με την πλατφόρμα ESend, ώστε να διαπιστώνεται σε πραγματικό χρόνο η γνησιότητα της απόδειξης ή της καταγγελίας. Τα μέτρα για τη φορολογική μεταχείριση δαπανών και ΦΠΑ με την υποχρεωτική διαβίβασή τους στη πλατφόρμα myDATA, είχαν ήδη εξαγγελθεί και πιστεύω πως θα διευρύνουν αποτελεσματικά το ελεγκτικό πεδίο της ΑΑΔΕ με ψηφιακές τεχνικές ελέγχων και επέκταση της υποχρεωτικότητας στη χρήση τραπεζικών μέσων πληρωμής.

Τώρα, για όσους ελεύθερους επαγγελματίες φοροδιαφεύγουν τις περισσότερες φορές το κάνουν με τις γνωστές «αφορολόγητες παροχές» προς τους πελάτες τους, δηλαδή χωρίς απόδειξη και χωρίς ΦΠΑ. Το τριπλό ερώτημα είναι εάν, πως και πόσο το νέο φορολογικό νομοσχέδιο αποτρέπει τέτοιες πρακτικές. Έτσι λοιπόν θα περιμέναμε κάθε μέτρο που θα περιέχεται σε ένα νέο φορολογικό νόμο, θα πρέπει να μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό της συστηματικής φοροδιαφυγής. Προς αυτή την κατεύθυνση κάθε αναμόρφωση του φορολογικού καθεστώτος από το 2024 με σκοπό τη δίκαιη και πραγματική φορολόγηση θα έχει την καθολική αποδοχή των μικρομεσαίων της αγοράς.

Άλλωστε ο περιορισμός της φοροδιαφυγής πέρα από την αύξηση των δημοσίων εσόδων μπορεί να συμβάλει και στην εξυγίανση της αγοράς. Ζητούμενο είναι να αντιμετωπίσει το οικονομικό επιτελείο το γεγονός πως σε μια περιόδο ακρίβειας, με την απόδειξη να μην έχει την σημασία που θα έπρεπε, ο μέσος καταναλωτής χρησιμοποιεί την αποφυγή καταβολής ΦΠΑ, ως έκπτωση 24%. Βεβαίως δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η φοροδιαφυγή είναι σαν το ταγκό που χορεύεται από δύο, τόσο τον εκδότη, όσο και τον παραλήπτη της απόδειξης, άρα μήπως το αφορολόγητο πρέπει να χτίζεται με τον ΦΠΑ και όχι την αξία της απόδειξης; Η χρήση πλαστικού χρήματος και e-banking, οι συνήθεις δαπάνες καθημερινότητας και οι πληρωμές λογαριασμών κοινής ωφέλειας μπορούν πλέον να διασταυρωθούν άμεσα, ώστε οι ελεύθεροι επαγγελματίες να αποσείσουν την κατηγορία του συνήθους υπόπτου και να απομονώσουν τα ξερά, ώστε να μην καούν και τα χλωρά. Τα ψηφιακά εργαλεία ελέγχων μπορούν επίσης να γκρεμίσουν τα ταμπού δεκαετιών με διασταυρώσεις στοιχείων για όλους και να καταλάβουν ότι το κράτος δεν τους αδικεί.

Για να πάψει όμως να υπάρχει αυτή η «φορορραγία» θα πρέπει οι ελεύθεροι επαγγελματίες επίσης να πάψουν να είναι φοροεισπράκτορες για λογαριασμό του κράτους. Αντί αυτού όμως, βλέπουμε να χρησιμοποιείται και ο πολίτης-καταναλωτής σε ρόλο φοροκυνηγού με τον κίνδυνο του κοινωνικού αυτοματισμού που μπορεί να οδηγήσει σε εκδικητικές, εκβιαστικές, ανταγωνιστικές, και κακοήθεις ανώνυμες καταγγελίες, αλλά και στη δημιουργία νέας φάμπρικας για τους διαδικτυακούς απατεώνες. Είναι γεγονός πως η αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής μας προστατεύει όλους στην αγορά από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και πιστεύουμε πως με τα νέα ψηφιακά εργαλεία ελέγχων η φοροδιαφυγή μπορεί να έχει ονοματεπώνυμο και όχι επαγγελματικές ταμπέλες.

Αυτό που θέλουμε να αποσαφηνιστεί είναι πως ο ελεύθερος επαγγελματίας με μια μικρομεσαία επιχείρηση φορολογείται τρεις φορές, μια στη πηγή που είναι η επιχείρηση του με 22%, άλλη μια με 5% για τα μερίσματα ακόμα και μιας ΟΕ και τέλος ως φυσικό πρόσωπο με ότι καθαρό εισόδημα του περισσεύει. Η λογική της αγοράς μου λέει πως μετά τις πρώτες αντιδράσεις και διευκρινίσεις θα δούμε στο τελικό κείμενο του νομοσχεδίου, περισσότερες μεταρρυθμίσεις και αρκετές βελτιώσεις.

*Άρθρο του Προέδρου ΕΒΕΠ στο «ΠΟΝΤΙΚΙ»

eep logo