Προοπτικές αξιοποίησης των ελληνικών κοιτασμάτων

maniatis erevnes koitasmaton

του Γιάννη Μανιάτη*

Η επανέναρξη των ερευνών για τα ελληνικά κοιτάσματα με βάση την πολιτική που διαμορφώσαμε την περίοδο 2010-2014, αποτελεί σημαντικό βήμα για τον εντοπισμό των δυνητικών ελληνικών κοιτασμάτων σε Ιόνιο και νότια Κρήτη, που ''θα μπορούσαν να φιλοξενούν αποθέματα, αξίας 250 δις ευρώ'', και να τροφοδοτούν τη χώρα και την υπόλοιπη Ευρώπη για πολλές δεκαετίες. Μέσα σε τρία χρόνια μπορούμε, όπως πχ η Αίγυπτος, να ξεκινήσουμε τις διαδικασίες παραγωγής φυσικού αερίου. Η ΕΕ εισάγει από τη Ρωσία κυρίως ορυκτά καύσιμα, σίδηρο και άλλα αγαθά συνολικής αξίας 173 δις δολ./έτος. Για αγορά ρωσικών ορυκτών καυσίμων, η ΕΕ δαπανά κάθε μέρα 296 εκατ. δολάρια.

Ενθαρρυντικό βήμα στη σωστή κατεύθυνση για την υλοποίηση της Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής, που διαμορφώσαμε την περίοδο 2010-2014, αποτέλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, αναφορικά με τις έρευνες υδρογονανθράκων και τους αγωγούς της χώρας. Μέχρι το 2011 και την ψήφιση του Ν. 4001/2011, η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα της Μεσογείου, η οποία δεν είχε ερευνήσει τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων της, σε αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ιταλίας, η οποία στην τουριστικά αναπτυγμένη Αδριατική έχει υλοποιήσει και συνεχίζει να λειτουργεί δεκάδες εξέδρες γεωτρήσεων, όπως φαίνεται από τις μαύρες κουκίδες στο χάρτη.
Το 2015 πλέον, εμφανίζεται και η Ελλάδα στο χάρτη. Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση και η προσπάθεια απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο, οδηγούν όλες τις χώρες στην ανάπτυξη των εθνικών τους κοιτασμάτων: Η Νορβηγία ανοίγει 40 νέα ‘’πηγάδια’’ το 2022, η Δανία θα εκμεταλλευτεί το πετρέλαιό της μέχρι το 2050, η Ολλανδία βάζει ξανά μπροστά την εκμετάλλευση του γιγαντιαίου κοιτάσματος Γκρόνινγκεν, η Μεγ. Βρετανία ανακοινώνει την αξιοποίηση και της τελευταίας σταγόνας υδρογονανθράκων, η Ιταλία επανενεργοποιεί όλες τις γεωτρήσεις της, η Γερμανία ξεκινά ξανά έρευνες υδρογονανθράκων στη Βόρεια θάλασσα.

Στη θαλάσσια περιοχή που έχει ερευνηθεί (Ιόνιο, νότια Κρήτη) εντοπίζονται πάνω από 30 υποψήφιοι "στόχοι", που σύμφωνα με την ΕΔΕΥ ‘’θα μπορούσαν να φιλοξενούν αποθέματα της τάξης των 70-90 tcf (2000-2500 bcm), αξίας 250 δις ευρώ’’. Ανάλογα με το βάθος της θάλασσας προσδιορίζεται η αξία κάθε κοιτάσματος, καθώς και τα έσοδα του δημοσίου και της αντίστοιχης Περιφέρειας. Τα συνολικά έσοδα του δημοσίου για τα μικρού βάθους και όγκου κοιτάσματα μπορούν να φθάσουν τα 3 δις δολάρια, ενώ για τα πάνω από 2000 μέτρα βάθος και άνω των 280 bcm, μπορούν να εκτοξευθούν στα 40 δις δολάρια. Με γνώμονα ότι η Ελλάδα καταναλώνει κάθε έτος 5-6 δις. κυβ. μέτρα, τα ελληνικά δυνητικά κοιτάσματα, όχι μόνο αρκούν για την αυτάρκεια της χώρα για πολλές δεκαετίες, αλλά επιπλέον μπορούν να τροφοδοτήσουν με σημαντικά ποσοστά την υπόλοιπη Ευρώπη.

Σε ανεξερεύνητες περιοχές, συνήθως μεσολαβεί μια 10ετία μέχρι την πρώτη παραγωγή. Όμως, σε περιπτώσεις δομών μεγάλου μεγέθους όπως τα Αιγυπτιακά κοιτάσματα Zohr και Tuna, μπορούν όλες οι εργασίες να επισπευσθούν και να ξεκινήσει η πρώτη παραγωγή ακόμη και μέσα στα πρώτα 2.5 - 3 χρόνια. Τέτοιου είδους διαδικασίες πρέπει να δρομολογήσει και η Ελλάδα.

Σύμφωνα με το Νορβηγικό νηογνώμονα dnv, στόχος είναι μέχρι το 2024 να έχει μειωθεί η εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο κατά 6.251 PJ/έτος. Η μείωση αυτή θα προκύψει κυρίως από την προμήθεια αερίου 4.090 PJ/έτος από άλλες περιοχές, καθώς και από αύξηση της ευρωπαϊκής παραγωγής. Η επιπλέον μείωση λόγω πετρελαίου κατά 197 PJ/έτος εξισορροπείται κυρίως από την αύξηση από πυρηνική ενέργεια κατά 543 PJ/έτος, 362 PJ/έτος από βιοενέργεια, 347PJ /έτος από φωτοβολταϊκά και αιολικά. Ο σχεδιασμός αυτός ολοκληρώνεται με μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας ύψους 455 PJ/έτος.

Η εξάρτηση της Ευρώπης κατά 40% από το ρωσικό Φ.Α. δεν μπορεί να αποτυπώσει την ολοκληρωτική εξάρτηση κάποιων ευρωπαϊκών χωρών από αυτό, όπως της Εσθονίας, Φινλανδίας, Μολδαβίας, Βόρειας Μακεδονίας και Βουλγαρίας. Λετονία, Σερβία, Σλοβακία, Πολωνία, Αυστρία, Σλοβενία και Ουγγαρία εξαρτώνται πάνω από 80% από το ρωσικό Φ.Α. Χώρες με εξάρτηση κάτω του 60% έχουν στο ενεργειακό τους μείγμα εισαγωγές από Αζερμπαϊτζάν, LNG και ιδιοπαραγωγή. Χώρες πλήρως ανεξάρτητες από το ρωσικό Φ.Α. είναι η Ισπανία, Μεγ. Βρετανία, Ιρλανδία και Πορτογαλία.

Οι εισαγωγές από τη Ρωσία εστιάζονται κυρίως στα ορυκτά καύσιμα που αποτελούν την απόλυτη πλειοψηφία των αγαθών που έλαβαν τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ το 2021, με επιπλέον εισαγωγές από σίδηρο/χάλυβα, ξύλο αλλά και πολύτιμους λίθους και μέταλλα. Οι ΗΠΑ ξοδεύουν καθημερινά σε εισαγωγές ρωσικών ορυκτών καυσίμων 50 εκατ. δολάρια, ενώ η Ευρώπη, που εξαρτάται κατά 40% από εισαγωγές ρωσικού Φ.Α., ξοδεύει 296 εκατ. δολάρια ημερησίως. Τα προϊόντα που εισήχθησαν από τη Ρωσία αποτελούσαν μόνο το 0,7% του συνολικού εμπορίου των ΗΠΑ, ενώ για την Ευρώπη το ποσοστό έφτανε το 3,6%. Και οι δύο χώρες έχουν διαμορφώσει πορεία απεξάρτησης τόσο από το ρωσικό αέριο και πετρέλαιο, όσο και από τις υπόλοιπες ρωσικές εισαγωγές.

*από την "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ", 15/04/2022

ETEKA_Desktop

eep logo

KKE_Jun2022