Στο διπλανό μας σπίτι…

kapranos d

του Δημήτρη Καπράνου

 

Που λέτε, στο σπίτι μας δίπλα, στην Κοκκινιά, έμενε η οικογένεια Μανέτα.
Είχα την ευτυχία να είμαι από τα αγαπημένα παιδιά της Σάσας και της μαμάς της, φυσικά.
Αν θυμάμαι καλά, το σπίτι τους είχε δυο πατώματα και ο ένα το νοίκιαζαν.
Στο επάνω πάτωμα, λοιπόν, το 1955 ήλθε και έμεινα μια οικογένεια Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη.

Μικρά παιδιά μείς, πιάσαμε αμέσως φιλίες με τα σχεδόν συνομήλικα αγόρια της οικογένειας των ομογενών.
Ούτε ρωτήσαμε τί έγινε ούτε μάθαμε, για πολύ καιρό, τί είχε γινει στην Πόλη εκείνον τον μαύρο Σεπτέμβριο.
Αυτά τα πληροφορηθήκαμε πολύ αργότερα καθώς οι γονείς μας απέφυγαν να μας τα πουν τότε, ίσως για να μην πληγώσουν τις παιδικές μας ψυχές.
Με είχε εντυπωσιάσει ο μεγάλος αριθμός των παιγνιδιών που είχαν φέρει μαζί τους καθώς και μια σειρά με περιοδικά, στα αγγλικά. «Μπούφαλο Μπιλ», «Πέκος Μπιλ», «Άνθρωπος-νυχτερίδα», «Υπεράνθρωπος», περιοδικά που στα ελληνικά τα είδαμε πολλά χρόνια αργότερα.
«Τα φέραμε από τη Πόλη» μου είχε πει ο Μάκης κι εγώ άκουγα «Πόλη» και φανταζόμουν κάτι το τεράστιο, το εξωπραγματικό…

Χρόνια αργότερα, στο Γυμνάσιο, μιλήσαμε για το Πογκρόμ» της Κωνσταντινούπολης. Δεν ήταν μάθημα κανονικό.
Ο καθηγητής μας, ο Αχιλλέας Λαζάρου, μας μίλησε για ένα θέμα το οποίο μέρι τότε, στα 13 μας, δεν είχαμε αγγίξει!
Βεβαίως, ως καταγόμενος από την Νίκαια, είχα πολλά ακούσει για την καταστροφη της Σμύρνης, για τις σφαγές και τους διωγμούς των Αρμενίων, για τις οποίες μας είχε μιλήσει ο ντόκτορ- φιλοσόφ Ανανίας Κατσατουριάν, ένας συμπαθέστατος Ελληνο-αρμένιος καθηγητής σε κάποιο μεγάλο Πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, ο οποίος επισκεπτόταν κατά καιρούς τους συγγενείς του και γείτονές μας (μεσοτοιχία) Σαρκίς και Βαρτουή.
Η αφήγηση του καθηγητή μας και ο τρόπος με τον οποίο αφηγείτο, άγγιξε κάτι μέσα μου και έκτοτε ασχολήθηκα επισταμένως με το συγκεκριμένο θέμα.
Έγραψα πολλές φορές, αλλά νομίζω ότι δεν μπορεί η πένα ενός ανθρώπου που δεν έζησε εκείνες τις εφιαλτικές ημέρες, μπορεί να αποδώσει την θηριωδία του τουρκικού όχλου.

Πολλά χρόνια αργότερα, καλεσμένος σε μια συνάντηση Κωνσταντινουπολιτών, συνάντησα τον Μάκη, το παιδί του διπλανού σπιτιού των παιδικών μας χρόνων.
Μιλήσαμε για ώρα πολλή, μου είπε πράγματα που έζησε, σαν παιδί εξι ετών, μου μίλησε για τον τρόμο της μάνας και του πατέρα του, τους οποίους ξυλοκόπησαν οι εισβολείς του Μεντερές.
Μου είπε για τον τρόπο με τον οποίο τους έδιωξαν, που δεν τους άφησαν να πάρουν μαζί πράγματα τα οποία είχαν ιδιαίτερη αξία.
«Και γιατί δεν τα είπαμε τότε, Μακη;» τον ρώτησα.
«Τότε ήθελα να ξεχάσω». Μου είπε…

 

cotommatae