Αυλαία των χειμερινών εκπτώσεων με υποτονική αγοραστική κίνηση

του Βασίλη Κορκίδη*

Η αυλαία των φετινών χειμερινών εκπτώσεων πέφτει με το βλέμμα όλων στραμμένο στην ακρίβεια, αφού οι δαπάνες σίτισης και στέγασης απορροφούν άνω του 35% του εισοδήματος του μέσου Έλληνα καταναλωτή. Το πρώτο δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου του 2024 προβλημάτισε με τον επίμονο υψηλό δείκτη τιμών στα τρόφιμα, και οδήγησε την αγοραστική κίνηση των φετινών χειμερινών εκπτώσεων στους υπόλοιπους κλάδους του λιανικού εμπορίου σε περιορισμένη άνοδο του κύκλου εργασιών τους, κοντά στα επίπεδα του πληθωρισμού. Το «manual των εκπτώσεων» έδειξε άλλη μια φορά πως οι δύο πρώτες εβδομάδες από την έναρξη των εκπτώσεων ήταν πιο έντονες σε αγοραστικό ενδιαφέρον και κίνηση, με πρώτη προτίμηση τα επώνυμα προϊόντα. Αν και τα ποσοστά των εκπτώσεων κυμαίνονταν και φέτος σε υψηλά επίπεδα άνω του 40% και 50% για την πλειονότητα των εμπορευμάτων, εντούτοις πραγματοποιήθηκαν αγορές μικρότερης αξίας σύμφωνα με τον μέσο όρο απόδειξης, καθώς η δυσκολία στα οικονομικά των νοικοκυριών οδήγησε σε περικοπές στα απαραίτητα και σε χαμηλότερης αξίας αγαθά. Η ένδυση και υπόδηση είχε και πάλι την πρωτιά στη προτίμηση των καταναλωτών, με τα αθλητικά είδη, τα ηλεκτρονικά, τα ηλεκτρικά, τα λευκά είδη, τα έπιπλα και τα είδη οικιακής χρήσης να ακολουθούν. Αρκετός κόσμος πέρασε συνολικά από τα εμπορικά καταστήματα των αγορών, τα εμπορικά κέντρα και τα πολυκαταστήματα, με μεγαλύτερη επισκεψιμότητα να παρατηρείται στα καταστήματα του κέντρου της Αθήνας.

Είναι άξιο αναφοράς πως το νέο τοπίο που έχει αρχίζει να διαμορφώνεται στο λιανικό εμπόριο τα τελευταία δύο χρόνια σχετικά με τη καταναλωτική πίστη, δείχνει να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο δανείζονται τα νοικοκυριά για την ικανοποίηση προσωπικών και οικογενειακών τους αναγκών. Το παιχνίδι του ανταγωνισμού μεταφέρεται με γρήγορους ρυθμούς από τα πιστωτικά ιδρύματα στο γήπεδο της πραγματικής αγοράς, δηλαδή στις επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου, που διαθέτουν προϊόντα και υπηρεσίες διαδικτυακά ή μέσω των φυσικών τους καταστημάτων. Στην προκειμένη περίπτωση, η πίστωση παρέχεται τη στιγμή της συναλλαγής, αφού ο καταναλωτής έχει αποφασίσει τι θα ψωνίσει με τη μέθοδο «buy now, pay later». Στο ηλεκτρονικό ή φυσικό ταμείο του δίνεται η δυνατότητα αντί της εφάπαξ πληρωμής, να εξοφλήσει το ποσό σε έντοκες ή άτοκες δόσεις. Η πίστωση παρέχεται από τράπεζα και εγκρίνεται την ίδια στιγμή για την ολοκλήρωση της πληρωμής στην επιχείρηση. Μετά λοιπόν την «μάχη των εκπτώσεων», τραπεζικές πηγές κάνουν λόγο για τη «μάχη των δόσεων» που αναμένεται να ενταθεί τα επόμενα χρόνια και να επεκταθεί σε όλους τους κλάδους της λιανικής. Η αγορά μιας τηλεόρασης, ενός ενδύματος, ενός αυτοκινήτου, ακόμη και το κόστος της επίσκεψης σε οδοντίατρο ή το σέρβις ενός οχήματος μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί με ευκολίες πληρωμής. Κι αυτό χωρίς να διαθέτει ο καταναλωτής πιστωτική κάρτα ή να πρέπει να πάρει δάνειο, αλλά με τη μορφή «ψηφιακού τεφτεριού».

Στην περιφέρεια της Αττικής, όπως προκύπτει από έρευνες των εμπορικών συλλόγων, οι πωλήσεις των χειμερινών εκπτώσεων κινήθηκαν ως επί το πλείστον στα ίδια επίπεδα σε σύγκριση με την περσινή περίοδο. Ωστόσο, για το μεγαλύτερο ποσοστό των μικρών εμπορικών καταστημάτων, τα 6 στα 10 κινήθηκαν πτωτικά, με την πλειονότητα να καταγράφει μείωση. Στα ίδια επίπεδα με την προηγούμενη χρονιά κινήθηκαν 2 στις 10 μικρές επιχειρήσεις, ενώ 2 στις 10 κινήθηκαν ανοδικά. Οι προσδοκίες της πλειονότητας των επιχειρήσεων για τη συνολική πορεία των φετινών εκπτώσεων, εξαρχής ήταν αυξημένες λόγω των αυξήσεων σε μισθούς και συντάξεις από τις αρχές του έτους. Στη πορεία όμως μετατράπηκαν σε συγκρατημένες, αφού δεν κατέγραψαν σημαντική ανοδική πορεία συγκριτικά με τον περυσινό αντίστοιχο τζίρο. Επίσης, για άλλη μια φορά παρατηρείται οι μικροί της αγοράς να μην έχουν τις αναμενόμενες πωλήσεις και να συνεχίζεται η μετατόπιση του τζίρου στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της λιανικής.

Σύμφωνα πάντως με τα τελικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το έτος 2023, ο τζίρος του λιανικού εμπορίου της χώρας ανήλθε πέρυσι στα 68,14 δισ. ευρώ στις επιχειρήσεις, σημειώνοντας αύξηση 7% σε σχέση με το 2022, όπου είχε διαμορφωθεί σε 63,7 δισ. ευρώ. Για τις επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου, χωρίς τους κλάδους οχημάτων τροφίμων και καυσίμων, ο κύκλος εργασιών το 2023 ανήλθε σε 24,82 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 5,6% σε σχέση με το 2022, όπου είχε διαμορφωθεί σε 23,5 δισ. ευρώ. Με δεδομένο λοιπόν πως το λιανικό εμπόριο κινήθηκε πέρυσι με μια αύξηση από 5,7% εώς 7%, είναι βέβαιο πως και το φετινό πρώτο δίμηνο θα κλείσει ανοδικά. Ο περυσινός τζίρος των 6 δισ. ευρώ κατά τη χειμερινή εκπτωτική περιόδο φαίνεται να έχει επιτευχθεί και φέτος και μάλιστα λόγω πληθωρισμού να έχει αυξηθεί έστω και οριακά. Η ανακατανομή των οικογενειακών προϋπολογισμών και ο πληθωρισμός είναι γεγονός πως επηρεάσαν αρνητικά τις φετινές χειμερινές εκπτώσεις. Η αγορά θα συνεχίσει και μετά τον Φεβρουάριο να βρίσκεται αντιμέτωπη με τον περιορισμό του διαθέσιμου προς κατανάλωση εισοδήματος για την πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών, αλλά είναι παρήγορο που ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης ενισχύθηκε έστω και ήπια και κινείται με θετικό πρόσημο.

*Άρθρο στο ΑΠΕ-ΜΠΕ

eep logo