«Μάθε, παιδί μου, γράμματα»


Tης Μαργαρίτας Ικαρίου

Ένα απλό, παλιακό, μπλε τετράδιο. Στην πάνω πλευρά της σελίδας ένα λευκό κενό, χώρος για να ζωγραφίζει κανείς. Κι από κάτω οι συμμετρικές γραμμές, έτοιμες να υποδεχτούν τα άτεχνα πρώτα γράμματα. Λέξεις και φρασούλες που ξεπηδούν από το παιδικό μυαλό, σε μια προσπάθεια να περιγράψει όσα βλέπει, όσα ζει, όσα αντιλαμβάνεται, μα κυρίως – όσα αισθάνεται.

Τυλιγμένο σε ένα πολύχρωμο χαρτί γεμάτο αερόστατα, χρόνια πριν, προσγειώθηκε στα χέρια μου μαζί με ένα ροζ μολύβι που στην κορυφή του πετάριζε ένα σκοινοκουδουνάκι. Ήταν το δέλεαρ του πατέρα μου για να στρωθώ και «να μάθω γράμματα», πριν καν πάω σχολείο.

Το «μάθε παιδί μου γράμματα» των προηγούμενων γενεών ήταν η δική τους προτροπή να βελτιώσουμε τη ζωή μας, με όπλο μας τη μόρφωση, την εκπαίδευση, τη μάθηση. Εκείνη την «παιδεία» που δεν ανταλλάσσεται με μια καλά αμοιβόμενη θέση ή επαγγελματική ανέλιξη, αλλά με τη διαμόρφωση μιας προσωπικότητας «πεπαιδευμένης». Ήταν ένα «διαβατήριο» προς τον κόσμο που άλλαζε άρδην. Η επιθυμία τους να γίνουμε «καλύτεροι άνθρωποι» από εκείνους και τη γενιά τους. Να ξεφύγουμε από τη μιζέρια και την καθήλωση της μετεμφυλιακής Ελλάδας, της δοσιλογικής πρακτικής ή του φόβου έναντι των αρχών. Την «ένδεια», όχι μόνο στη διαβίωση, στην οποία μεγάλωσαν εκείνοι, αλλά και την πνευματική φτώχεια. Τη βία και τη νοθεία, την αστυνομοκρατούμενη επιβολή, τις παρακολουθήσεις και τους καταδότες...

Αν ζούσε σήμερα ο πατέρας μου, θα κρατούσε με απελπισία το κεφάλι του ανάμεσα στα χέρια του, μπροστά στην ανοιχτή τηλεόραση με τα δελτία ειδήσεων να χουν μετατραπεί σε δελτία καιροσκοπικής καταγραφής της εκάστοτε κομματικής προσταγής. Με τις δολοφονίες, τους βιασμούς, τα πολλαπλά «me, too», την παιδοφιλία να παίρνει διαστάσεις μάστιγας, τη νεανική παραβατικότητα να γίνεται ολοένα και πιο βίαιη, τις παρακολουθήσεις να ναι και πάλι στο προσκήνιο και τις ατιμίες των εξουσιαστών στο παρασκήνιο. Με τον υπόκοσμο του «καλού κόσμου» να βρίθει ανομημάτων και του «πολιτικού κόσμου», ατοπημάτων.

Σ εκείνο το μπλε τετράδιο, ξεκίνησε η ιστορία της ζωής μου. Στην αρχή το άλφα, μετά το γιώτα που με έκανε να αναρωτιέμαι διαρκώς που είχε πάει κι είχε κρυφτεί εκείνο το διπλοστριμμένο κορδόνι που το άκουγα, μα δεν το ήξερα να το χαράξω με το μολύβι. Αν αυτό είναι το «γιώτα» γιατί η γάτα που ακούω το γουργουριστό της γάμα στην αρχή, δε ξεκινά με αυτό το μαγκουράκι; Κι ύστερα πάλι σκεφτόμουν, μια γάτα με μαγκούρα, δεν είναι κάτι που εύκολα το βλέπεις να σκαρφαλώνει στα κεραμίδια του σπιτιού σου...

Ύστερα, ένα προς ένα τα γράμματα της αλφαβήτου και μια ιστορία που σκαρφιζόταν ο πατέρας μου για το καθένα, ώστε να αποτυπωθούν για τα καλά στο μυαλό μου. Εκείνο το ω-μέγα, που το έφτιαχνα με τα μικρά μου χεράκια ανοιχτά προς τον ουρανό κι ανάμεσα, το σγουρομάλλικο κεφάλι. «Ωμέγα» έλεγα και μου φαινόταν σα να ψήλωνα ξαφνικά, σα να έφτανα ψηλά, με μόνη κλίμακα τη φιλομάθεια. Πικρά αντιλήφθηκα, στην ενηλικίωσή μου, πως το μόνο γράμμα που σε πάει «ψηλά» στην Ελλάδα, είναι εκείνο το άθλιο «μ». Κι ίσως γι' αυτό ποτέ μου δεν υπάκουσα σε όλα εκείνα τα περισπούδαστα «μη» που μου έβαζαν ως εμπόδια στα θέλω μου...

Λάμδα, ένα λουλούδι που ο μίσχος του έχει γυρίσει ανάποδα. Βήτα, ένα θήτα που του κόπηκε η φόρα από αριστερά. Όμικρον, ένα φτωχούλι κουλούρι χωρίς σουσάμι. Ψι, εκείνο το μικρό πλαστικό καμάκι ανάμεσα στα κουβαδάκια παραλίας, που τάχα μου θα έπιανε το ψαράκι. Και γι αυτό, αργότερα κατάλαβα πως δεν χρειαζόταν άλλο δόλωμα παρά υποσχέσεις, ή μπασμό από κουπόνια και προνοιακά επιδόματα...

Στόλιζα όλα τα γράμματα με τη σειρά στο αποθηκάκι του μυαλού, ντυμμένα με χρώματα, με ήχους, με ζωγραφιές, με συναισθήματα. Πόσο ζήλευα εκείνο το μικρούλι «ζήτα» που κανείς δεν του αρνιόταν, όταν ζητούσε να εκφραστεί. Πόσο παιδευόμουν να καταλάβω γιατί το ξι και το ψι έχουν τόσο μεγάλη διαφορά και πως το σίγμα, γινόταν «τελικό» σα τον οσφυοκάμπτη και φιδογύριζε πάνω στο χαρτί, ή τη ζωή...

Εκείνα τα σημαδάκια από μολύβι στο τετράδιο, με τον πατέρα ακούραστο μάστορα που 'χτιζε καθημερινά το οικοδόμημα της σκέψης μου, αποκάλυψαν σιγά-σιγά τα μυστικά και τη δύναμή τους. Πήγαιναν κι έπαιζαν τσιγκολελέτα και κουτσό με τα άλλα γράμματα, της ίδιας αράδας. Κι ύστερα, φωνήεντα μαζί και σύμφωνα, έφτιαχναν μια δυνατή ομάδα που νικούσε και ζητωκραύγαζε στα στενοσόκκακα του μυαλού μου.

Δεν νιώθω «συγγραφέας». Θεωρώ πως είμαι η έμπιστη γραμματέας της βιαστικής μου διαρκώς ανησυχίας, η οποία έρχεται σε στιγμές ανύποπτες και μου υπαγορεύει τις φράσεις. Σαν το μάγμα που ρχεται από τα βάθη της ύπαρξης, κοχλάζει στον κρατήρα του μυαλού διάπυρες σκέψεις ανακατωμένες με καυτές σταλαγματιές δακρύων κι αποτυπώσεις της σκληρής καθημερινότητας, αυτής που βιώνει το σύνολο των ανθρώπων που δεν είναι «πορφυρογέννητοι»... Στο λυκόφως των γεγονότων, η ανησυχία μου βοερά κραυγάζει όσα νοιώθει κι όσα σκέφτεται. Κι οι πυρωμένες λέξεις, απλώνονται στις επιφάνειες των νοημάτων σε σχήματα ετερόκλητα και συμπαγή, με σημειολογικές αναφορές στις πολιτικές και άλλες αποφορές.

Εικόνες, λέξεις, φράσεις, προτάσεις, παράγραφοι. Γεμίζουν τα τετράδια... Στα περιθώρια των σελίδων, κόκκινες σαν το αίμα μας, σημειώσεις. Μουτζαλιές από δάκρυα που δεν κύλησαν, σβησίματα ανθρώπων που κακόγραψαν μέσα μας, υποσημειώσεις που θα έπρεπε να τις έχουμε προσέξει, παραπομπές που μας απέπεμψαν από τα θέλω μας. Υπογραμμίσεις σε απρογραμμάτιστους έρωτες, που έσβησε ο χρόνος ή ξεθώριαζε το μελάνι της έλξης τους. Ανατροπές και μετατροπές, σελίδες που σκίστηκαν από θυμό, άλλες που τσαλακώθηκαν κάτω από το πρες παπιέ των καθημερινών συμπιέσεων, κεφαλαία γράμματα που ο χρόνος μετέτρεψε σε μικρά, τίτλοι που παραγράφηκαν, παράγραφοι που διαγράφηκαν με ένα κόκκινο χι κι άλλες, που πήραν χρώμα και μορφή ζωντανεύοντας ξαφνικά και διεκδικώντας τη δική τους θέση στο τετράδιο της ζωής μας.

«Γράφε!», μου έλεγε ο πατέρας μου. «Γράφε κι η σκέψη σου θα μάθει, σα νερό από νάμα, να αναβλύζει από το μυαλό. Θα ξεπηδά ανάμεσα από τα δάχτυλα και θα θρονιάζεται πάνω σε αυτά που ΑΞΙΖΕΙ να καταγραφούν. Αφήνοντας τελικά το πραγματικό αποτύπωμα των ανθρώπων και των στιγμών στην καρδιά σου...»
Κι αυτό κάνω, έκτοτε.

eep logo