Κάτω στον Πειραιά στο μουράγιο…

limani bw old

του Στέφανου Μίλεση

Τον εαυτό μου τον πρωτογνώρισα στον Πειραιά. Τον θυμάμαι μικρό ακόμα με ένα σκούρο ριγωτό παιδικό κουστουμάκι να κάνει βόλτα στα Καρβουνιάρικα, στου Ξαβέρη μέχρι κάτω στα Ξυλάδικα και στο βασιλικό περίπτερο, μιμούμενος πως είναι μεγάλος. Μεγάλο σχολείο η βόλτα στο λιμάνι. Θυμάμαι πώς παρατηρούσα τους ανθρώπους στα καβρουνομάγαζα, την ώρα που φουλάριζα τη νταμιζάνα με ρετσίνα που έρεε από υπερυψωμένα κρασοβάρελα. Κι έβλεπα το πώς ζυγίζανε το κάρβουνο που το άφηναν κρυφά έξω στη βροχή για να μουσκέψει, να βαρύνει, να βγάζει λιγότερα κομμάτια στην οκά.
Άλλοτε πάλι σεργιάνιζα στα πλοία στο μουράγιο, που όπως στοιχίζονταν το ένα πλάι στ’ άλλο, πιότερο με σύναξη Αγίων έμοιαζαν. Το Ανδριώτικο καράβι «Θεοσκέπαστη», το «Θεομήτωρ» του Πολέμη, το «Δέσποινα» του Μιχαληνού, το «Τουρλιανή» του Ασημομύτη, το «Φανερωμένη» του Βλαχάκη και άλλα μικρότερα μοναχοβάπορα στους κάτω μόλους. Κι ανάμεσά τους με αυθάδεια ξεπρόβαλε κανένας «Ταξιάρχης» ή κάνα με όνομα νησιού. Να! το «Σαλαμίς», το «Θήρα» και το «Κρήτη».

milesis mini

Της ξενιτιάς τα πλοία, είχαν κανονίσει να δένουν στα «επίσημα», από το Τελωνείο μέχρι του «Βασιλέως Κωνσταντίνου» τον προβλήτα, που όλοι γνώριζαν καλά ως Τρούμπα. Βροντούσε η μπουρού του «Ελληνίς», του «Αμερικανίς», του «Αυστραλίς», της «Βασίλισσας Φρειδερίκης», του «Πατρίς»… και των άλλων υπερωκεάνιων κάθε φορά που έπιαναν λιμάνι. Εξήγαγαν περήφανα το εθνικό μας προϊόν στη Βόρεια Αμερική ή για την Αυστραλία, που ήταν η φτώχεια. Ασπασμοί, αγκαλιές, δάκρυα, κραυγές μανάδων, μέχρι να χαθεί το πλοίο από το λιμάνι. Και τη φιλαρμονική από δίπλα να παιανίζει εμβατήρια αποχαιρετισμού. «Στο καλό έχε γεια», «καλή αντάμωση», «μάνα…» κι όπως χανόταν το πλοίο στον ορίζοντα ο υποψήφιος μετανάστης μια φιγούρα που όλο και μίκραινε. Και η μάνα μονάχη κι έρημη στεκόταν για ώρες σε εκείνο το μπαλκόνι να χαιρετάει το κενό με τα δύο της χέρια, διάπλατα ανοιχτά, έτοιμη να πετάξει, να ακολουθήσει το καράβι που έφευγε. Εκείνο το μπαλκόνι του αποχαιρετισμού που το έλεγαν «γκουντμπάι»! Τι ειρωνεία ήταν κι αυτή, η πρώτη λέξη η εγγλέζικη που όλοι μάθαιναν πικρά, να είναι το Αντίο! Και τα κορίτσια της γειτονιάς, άγνωστο το πώς και το γιατί, έβρισκαν την ώρα την ακατάλληλη να πιάσουν στα ξαφνικά τις τραγουδιστές συλλαβές του ποιήματος της κληρουχίας, που μέχρι σήμερα με ανατριχιάζουν «Πού- θα – πας - εκεί; - Στη – Βό-ρεια -Α-με-ρι-κή; -Να ακού-σεις- τον Ε-ρμή- να -παί-ζει -μου-σι-κή;». Και δώστου σε κάθε συλλαβή το χέρι της «μάννας» του παιχνιδιού να ρίχνει τον κλήρο από στήθος σε στήθος, από ώμο σε ώμο, μέχρι που το τέλος των στίχων έβρισκε το χέρι παγωμένο πάνω σε κάποιο κορίτσι, που σήμαινε πως η μοίρα του παιχνιδιού έδειχνε πως θα ήταν η επόμενη που θα έφευγε για πάντα. Πέρα όμως από το κοριτσίστικο παιχνίδι, αιμορραγούσε το ρωμαίικο στην εργασία στα ξένα χώματα, ανάμεικτο με όλης της γης την δυστυχία. Και άλλοι δεν ήθελαν να φύγουν αλλά έπρεπε, κι άλλοι ήθελαν πολύ μα δεν μπορούσαν, για να ξεφύγουν από τα κομματικά και το ρωμαίικο ρουσφέτι πούτρωγε τη χώρα σα την λέπρα.

Η Υδραϊκή συνοικία όπου μεγάλωσα ένα πετροκάραβο σκαρφαλωμένο δίπλα από το λόφο του ορφανοτροφείου, στο δεξί έμπα του λιμανιού. Αν και οι πρωτομάστορες της συνοικίας ήταν Υδραίοι, στον δρόμο μου έναν υδραίο γνώριζα μονάχα, τον Παναγή τον Σκορδομβέκη, που τα παιδιά τον κράζαμε «Λωλό-υδραίο». Ίσως και να έφταιγε που οι υδραίοι διέδιδαν από μόνοι τους πως ήτανε λωλοί. Και αφού ο Σκορδομβέκης ήταν ο μόνος εύκαιρος υδραίος, η λωλαμάρα του ταίριαξε γάντι. Πιο κάτω από εμάς έμενε ο Μεταξάς ο Ναύκληρος, και δίπλα του οι σαντορινιοί ναύτες Κωβαίος και Αλαφούζος. Σε μια άλλη αυλή πιο κάτω, ο συριανός ο θερμαστής Παράβαλος, κι ο μάγειρας ο Γαλανός. Ο Κεντρωτάς ο λιπαντής από τη Μήλο, ο Σκούρντας ο ηλεκτρολόγος από τη Σαλαμίνα, ο υποπλοίαρχος Λελέκας από την Κάλυμνο, που συχνά εκτός από γείτονες ταξίδευαν και στα ίδια πλοία.

milesis ploio

Μαζί τους και ο πατέρας μου, ο μαστρο-Παναγιώτης, απόφοιτος του Προμηθέα, που με τον ασυρματιστή τον Μιχάλη Μαστορίδη και τον Καλυμνιώτη τον Λελέκα ήταν οι μόνοι απόφοιτοι ναυτικών σχολών στη γειτονιά. Και στα παιδιά τόχαν συνήθειο τότε να κολλούν την πατρική ειδίκευση για να μας ξεχωρίζουν. Ο Στέφανος του Μηχανικού, η Μαρίνα η καπετάνισσα, του ασυρματιστή η κόρη, του θερμαστή ο ανιψιός, του βατσιμάνη ο εγγονός και πάει λέγοντας. Κι άνδρας νεαρός δεν έστεκε άπραγος σε εκείνο τον δρομάκο, παρά μονάχα όταν έβγαινε για να φτιάξει το φυλλάδιο ή να δώσει τρίτου, δευτέρου ή πρώτου εξετάσεις. Και ήταν κανόνας απαράβατος στα κυριακάτικα τραπέζια να ακούς σιωπηλός τον θείο που περιέγραφε το πώς κατάφερε να δέσει τη μπαρούμα στη μπίντα, για τον ξάδελφο που ήταν καιρό στη ράδα ή για τον γείτονα που μπήκε στο στρίτσο για να σπατσάρει με τη βλάβη του εργάτη.

Και οι μανάδες περισσότερο σκληρές με εμάς, όμοια με λοστρόμους, καθώς ένιωθαν ότι έπρεπε να αναπληρώσουν την πατρική επίβλεψη που ήταν ναυτολογημένη. Και όταν τύχει σήμερα και με ρωτάνε για τον πατέρα μου τον Μαστρο – Παναγιώτη, δεν μούρχεται πρώτη η εικόνα στο μυαλό, καθώς μόνο βουτηγμένο στα λάδια και στην πίσσα τον θυμάμαι. Μούρχεται η ανάμνηση μιας νύχτας στο πατρικό το σπίτι, που τρέχω να πιάσω το τηλέφωνο. «Εδώ ράδιο Ελλάς. Επικοινωνείτε με Μαρού δύο, μιλάτε παρακαλώ» και πριν προλάβει αυτή η φωνή να σβήσει, ακουγόταν η φωνή του πατέρα μου μακρινή, βαθιά, χαμένη και τρεμάμενη. «Έλα Στέφανε εσύ είσαι; Έτοιμος!». Δεν ξέρω το γιατί, αλλά αυτή η μακρινή φωνή, μου έρχεται διαρκώς στο μυαλό, λες και ξαναζωντανεύει στα αυτιά μου και όλο ρωτάει να μάθει για εκείνα που δεν είδε, για όσα δεν άκουσε. Και πίσω από την πατρική φωνή, χίλιοι συριγμοί ακούγονταν, σαν τους μύριους δαίμονες της κόλασης να στριφογυρίζουν μέσα στη σύνδεση. Και είναι η πατρική η θύμηση ακουστική, παράδοξα αντίθετη με όλες τις αναμνήσεις των στεριανών που είναι οπτικές.

Pin It

eep logo