Ο Πειραιάς του 2030 στα χέρια των millennials

peiraias limani

Του Γιώργου Θεοδωρίδη*


Ίσως ο τίτλος του κειμένου να προδιαθέτει για μία εν μέρει αυτοαναφορικότητα. Δεν είναι όμως έτσι. Η αλήθεια είναι ότι, καθώς η πραγματικότητα είναι αυτή που θέτει πάντα τα διλήμματα στις κοινωνίες - καλώς ή κακώς - σε ό,τι αφορά στον Πειραιά, τα διλήμματα αυτά καλούνται να τα αντιμετωπίσουν, τη δεδομένη στιγμή, οι σημερινοί εικοσάρηδες και τριαντάρηδες. Οι άνθρωποι που θα κληθούν να ψηφίσουν και να ψηφιστούν σε λίγο καιρό και που οφείλουν να βλέπουν ήδη με τα μάτια της λογικής και της καρδιάς τους τον Πειραιά του 2030.
Επεξηγώντας τον τίτλο, ως millennials είθισται να αποκαλούνται από την κοινωνική, τη δημογραφική και ενίοτε την πολιτική επιστήμη οι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1990 ή και τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Χοντρικά, δηλαδή, μιλάμε για τους ανθρώπους που είναι σήμερα από 18 έως 40 ετών περίπου. Αυτοί που ήδη έχουν πάρει τις τύχες της χώρας – και της πόλης – στα χέρια τους.

Για πολλά χρόνια ο Πειραιάς ήταν αφημένος «στην τύχη του». Πίσω από την ευχάριστη ιδιότητα του «μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας» κρύβονταν προβλήματα καθημερινότητας, μεγάλη ανεργία, υποανάπτυξη γειτονιών, έλλειψη οράματος. Όλα αυτά οδήγησαν σε έναν διαρκώς διογκούμενο σνομπισμό απέναντι στην πόλη, ο οποίος σε μεγάλο βαθμό εκφραζόταν πρώτα από τους ίδιους τους κατοίκους της και έπειτα από όλους τους άλλους. Πειραιώτες που δεν επέλεγαν την πόλη τους για διασκέδαση, που σνόμπαραν τους δημοτικούς και ιδιωτικούς κινηματογράφους της, που προτιμούσαν το Γκάζι από το Πασαλιμάνι, του Ψυρρή από την Πειραϊκή και το Κολωνάκι από το Μικρολίμανο.
Βασική αιτία βεβαίως για τη συμπεριφορά αυτή δεν ήταν κάποιο πείσμα, αλλά κυρίως η γενικότερη έλλειψη οράματος από δημοτικούς άρχοντες και ευρύτερα από την ενεργή τοπική κοινωνία. Επρόκειτο για μία έλλειψη ουσιαστικού σχεδιασμού και στην πραγματικότητα για μία διαρκή φοβικότητα για τολμηρά βήματα ανάπτυξης. Ο Πειραιάς ήταν και παραμένει το μεγαλύτερο ελληνικό λιμάνι και ένα από τα μεγαλύτερα της Μεσογείου και της Ευρώπης. Ποτέ όμως δεν είδε τον εαυτό του έτσι. Αρεσκόταν να θεωρείται επίνειο της Αθήνας και να φυτοζωεί με το όποιο «τυράκι» θα απέμενε από την τουριστική κίνηση που μόνο περνούσε και ποτέ δεν έμενε στην πόλη.

Όμως η κρίση ήρθε. Η κατάσταση χειροτέρευσε και τα διλήμματα τέθηκαν πλέον από την πραγματικότητα με τρόπο αμείλικτο. Ο Πειραιάς του 2030, αν θέλει να ζήσει πραγματικά, οφείλει να έχει στρέψει το βλέμμα του οριστικά και στρατηγικά προς τη θάλασσά του και προς την τουριστική του ανάπτυξη. Ήδη, η νέα γενιά ανθρώπων που ασχολείται με τα κοινά – ανεξάρτητα από κομματικούς προσδιορισμούς – μοιάζει να υιοθετεί σε μεγάλο βαθμό το συγκεκριμένο πρόταγμα. Πολλοί, βεβαίως, δεν γνωρίζουν, δεν επιθυμούν να ενημερωθούν ή απλώς στρουθοκαμηλίζουν, επιμένοντας να αποστρέφουν το κεφάλι τους από τη μεγάλη εικόνα.
Κατά την πενταετία 2014-2019, η δημοτική αρχή του Γιάννη Μώραλη προσπάθησε να βάλει στην πειραϊκή ατζέντα συζήτησης τα θέματα της τουριστικής ανάπτυξης, της επιχειρηματικής εξωστρέφειας και της ευημερίας μέσω της θάλασσας. Ήταν ένα καλό πρώτο βήμα σε έννοιες τραγικά «αχαρτογράφητες» για τους περισσότερους Πειραιώτες. Η δημοτική εκλογική αναμέτρηση του προσεχούς Μαΐου αναμένεται να αποτελέσει την απάντηση στο αν οι Πειραιώτες επιθυμούν να προχωρήσουν στα επόμενα βήματα πιο γρήγορα, πιο συναινετικά και πιο ουσιαστικά ή όχι. Και αυτό βρίσκεται στα χέρια των πολλών νέων ανθρώπων που εμπλέκονται στα κοινά.

Το γνωστό αστείο ότι κάθε σπίτι έχει και έναν υποψήφιο δίνει, φυσικά, αφορμή για μία «δροσερή» συζήτηση μεταξύ τυρού και αχλαδίου. Είναι, όμως, στον αντίποδα και μια μεγάλη ευκαιρία για τον πολύ κόσμο προκειμένου να διαβάσει, να ενημερωθεί και να επιλέξει εντελώς ελεύθερα και ακομμάτιστα πρόσωπα νέα σε ηλικία, αλλά κυρίως σε ιδέες. Ανθρώπους που δεν φοβούνται να ριχτούν στα βαθιά και να απαντήσουν στα κρίσιμα ερωτήματα της εποχής:
1. Επιθυμούμε ο Πειραιάς να μετατραπεί σταθερά σε λιμάνι-προορισμό κρουαζιέρας; Από ένα κυρίως εμπορικό-διαμετακομιστικό λιμάνι που είναι σήμερα;
2. Αντέχουμε να βλέπουμε «τα πλοία να περνούν» και τους επιβάτες τους να καταθέτουν χρήμα και χρόνο περιηγήσεων στην Αθήνα και αλλού αντί για την πόλη μας;
3. Αντέχουμε να βλέπουμε τεράστια ή μικρότερα κτήρια – σύγχρονα, όπως ο Πύργος ή παλιά νεοκλασικά – εντελώς εγκαταλελειμένα;
4. Αντέχουμε να βλέπουμε την πόλη μας να βανδαλίζεται συχνότατα; Δημόσιους χώρους, που ανήκουν σε όλους μας, να καταστρέφονται, λίγες μέρες αφότου έχουν ανακαινιστεί;
5. Εν τέλει, μήπως μας βολεύει να βγάζουμε σέλφι με ωραία φίλτρα στην Πειραϊκή, αλλά – προς Θεού – αν δώσουμε την ευκαιρία σε κανέναν τουρίστα να το πράξει και εκείνος, αυτό θα είναι «έγκλημα καθοσιώσεως».
Ο κατάλογος είναι μακρύς και προφανώς ο καθένας μπορεί να προσθέσει πολλά ακόμη ερωτήματα. Αυτό ακριβώς είναι και το ζητούμενο. Να τεθούν τα ερωτήματα στο μυαλό κάθε ανθρώπου που αγαπάει αυτή την πόλη. Κάθε ανθρώπου που δεν περιμένει από τον δήμαρχο ή την ομάδα συνεργατών του να λύσουν τα πάντα μόνοι τους. Κάθε ανθρώπου που δεν βολεύεται με δημόσιες σχέσεις, με τυπικές ερωτήσεις στη βουλή, με μεγαλεπίβολες περιφερειακές διακηρύξεις που ποτέ δεν υλοποιούνται.

Αυτό που στ’ αλήθεια έχει ανάγκη ο Πειραιάς είναι η μαζική ενεργοποίηση των ίδιων των πολιτών του. Κατά τον γράφοντα, το «κοινό καλό» προϋποθέτει κοινή στοχοπροσήλωση σε ένα κεντρικό όραμα και σε έναν συνακόλουθο - βήμα προς βήμα - στρατηγικό σχεδιασμό. Χρέος, φυσικά, κάθε πολιτευόμενου είναι να παλέψει να εξηγήσει με κάθε μέσο το γιατί τα παραπάνω ερωτήματα είναι αυτά που πρέπει να μας απασχολούν. Αν, φυσικά, τα πιστεύει και ο ίδιος.
Με την ελπίδα οι παραπάνω γραμμές να διαβαστούν από όσο το δυνατό περισσότερους Πειραιώτες και Πειραιώτισσες, εύχομαι το γεγονός των προσεχών εκλογών να μας κάνει να αγαπήσουμε λίγο περισσότερο την πανέμορφη πόλη μας. Τόσο πριν, όσο – κυρίως – μετά την ημέρα της ψηφοφορίας...

*Ο Γιώργος Θεοδωρίδης είναι διοικητικός-πολιτικός επιστήμονας και Υποψήφιος Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.