Portnet – Ειδήσεις Πειραιά
Παραλιακά

Αναγνωστική ηδυαλγεία…

Κριτική στο “Μεθυσμένα Χριστούγεννα”

Ο φιλόλογος Νεκτάριος Χατζηανδρέου, από τους πλέον αναγνωρισμένους κι έμπειρους στην δημόσια δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διάβασε στο Portnet το διήγημα του Νότη Ανανιάδη, “Μεθυσμένα Χριστούγεννα” και μας έστειλε την παρακάτω κριτική.*

“Ναι, προφανώς στο θέμα του μηνύματος “παίζω” με τ’ όνομά του συγγραφέα.
Προσφέρεται, άλλωστε – το Νότης είναι υποκοριστικό του Αναγνώστης.
Το “γλυκόπικρο” το έγραψα με το αρχαιοπρεπές λεκτικό του ισοδύναμο.

Στην ιστορία τώρα,
Απερίφραστα υποστηρίζω ότι ο συγγραφέας κομψοτεχνουργεί ιδανικά ένα θέμα που θα μπορούσε να θεωρηθεί τετριμμένο: Την οδυνηρή νοσταλγία του θαλασσομάχου για “μπάρκα και ταξίδια”, την οδυσσεακή (του Οδυσσέα, όχι της Οδύσσειας) οδύνη για τους χαμένους συντρόφους, την πικρή γεύση μιας ανοημάτιστης τωρινότητας.
Τετριμμένα είναι αυτά; θα πεις. Μα είναι διαχρονικές αγωνίες, επώδυνες αισθήσεις καρφιών στην ψυχή, καρδιά και σώμα μας.
Συμφωνώ. Τόποι επισκέψιμοι απ’ τους εργάτες της γραφής ανά την οικουμένη.

Η καινοτομία του Νότη (παρένθεση: η λέξη έχει δυσφημιστεί από τον νεοφιλελεύθερο εσμό) είναι ένας ώριμος μοντερνισμός στη γραφή. Λέω “ώριμος” , γιατί δεν χαρακτηρίζεται από τον φονταμενταλισμό, τον πουριτανισμό και τη -σχεδόν βλακώδη- αδιαλλαξία των πρωτοπόρων, μιας και συνευρίσκεται ακομπλεξάριστα με παραδοσιακές φόρμες.

Εξηγούμαι:
Οι εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα δεν είναι απλά σχήματα λόγου, αλλά διαφορετικές, πρωτόγνωρες θεάσεις: “Είχα πάντα την ίδια απορία. Αν κοιμούνται ποτέ τα καράβια. Αλλά κι αν μιλούν μεταξύ τους”, “Παρέα μου πάντα η θάλασσα, κι ας μύριζα πια στεριά. Οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να λιγοστεύουν γύρω μου—άλλοι έφυγαν για ταξίδια χωρίς γυρισμό, άλλοι απλώς χάθηκαν μέσα στον χρόνο” (ποιητικότατη!) “Τον άνοιξα αργά, σαν να φοβόμουν μην εξατμιστεί στα χέρια μου”, «ένα πράγμα έμαθα αυτά τα χρόνια στη μοναξιά. Η θάλασσα πάντα σε καλεί πίσω. Όχι για να την αρμενίσεις, αλλά για να σε ενώσει με εκείνους που την μοιράστηκες» (ρηξικέλευθη οπτική, ματιά!)

Η σκόπιμη “σύγχυση” φαντασίας και πραγματικότητας με μια ρευστοποίηση και αλληλοδιείσδυση των χρονικών βαθμίδων. Πότε έγινε αυτή η συνάντηση των μπαρκαρούτσων; Το ’70 ή τώρα; Αν ποτέ έγινε… Τα έζησε αυτά το αφηγηματικό Εγώ (ο καπετάν-Γιώργης) ή ήταν παιχνίδια του (ατμισμένου απ’ το οινόπνευμα) μυαλού του;
Μην πεις, μα είναι προφανές ότι πρόκειται για αποκυήματα της φαντασίας. Όχι! Δεν είναι προφανές.
Ο αναγνώστης (όχι ο Νότης) γίνεται συνένοχος στον υπαινιγμό που ιστώνει (απ΄τον ιστό) ο Αναγνώστης (ο συγγραφέας). Και φυσικά η καταληκτική φράση “Ακόμη κι αυτό το παλιομπούκαλο, προς το παράθυρο που έβλεπε το λιμάνι έδειχνε…” αποτελεί έναν αντικατοπτρισμό της αναγνωστικής Ιθάκης, την οποία αποζητούμε, αλλά μας τη στερεί -απολαυστικά- ο αφηγηματικός του δόλος.

*Θέσαμε υπόψη του Νότη Ανανιάδη την παραπάνω κριτική και σχολίασε: “Κριτική για να την ψωνίσει, κανείς”…