Χαρταετοί

xartaetoi 2

Με βροχή, λέει, θα κάνουμε κι εφέτος Κούλουμα. Βροχή, σε μια μέρα που λέγεται "Καθαρή", δεν είναι και ότι καλύτερο. Τί να γίνει, όμως; Θα φτιάξουμε τον αητό μας και θα περιμένουμε κάποια στιγμή που δεν θα βρέχει για να τον ξεπετάξουμε στον ουρανό.
Ά. όλα κι όλα, εμείς τον αετό τον φτιάχνουμε μόνοι μας. Με καλάμια, με κόλες, με σπάγγο, με αλευρόκολα, όπως εκείνη την εποχή, που δεν υπήρχαν "ετοιματζήδικοι" χαρταετοί και αγοράζαμε τα υλικά από τα μαγαζιά. Όπως τότε, που έπρεπε ο αετός σου να ξεχωρίζει, να έχει έντονα χρώματα (όχι ομάδες και άλλες σαχλαμάρες) ώστε να "κορωνίζει" και να τον καμαρώνουν όλοι. Ανεβαίναμε, θυμάμαι, στον Προφήτη Ηλία, εκεί που βρίσκονταν κάτι χαμόσπιτα κι όχι όπως σήμερα η συστοιχία των ταβερνών και των κεραιών της τηλεφωνίας. Εκεί, λοιπόν, ή στο λόφο του Αγίου Φιλίππου στη Νίκαια ή, για πιο μακριά, στου Φιλοπάππου. Αν δεν υπήρχε καλός καιρός, τη στήναμε στην "Μπαρουταποθήκη" του Μποδοσάκη και περιμέναμε να πάψει η βροχή. Τότε, βγαίναμε απο τις κρυψώνβες αλαλάζοντας κι άρχιζε η ιεροτελεστία για το πέταγμα. Να είναι καλά υπολογισμένα τα "ζύγια", να είναι καλά κερωμένος ο σπάγγος, να είναι ομοιόμορφα τα "σκουλαρίκια", να είναι καλοφτιαγμένη και σωστή σε βάρος , ώστε με τις πρώτες "τραβηχτικές" να σηκωθεί ο χαρταετός, σινάμενος-κουνάμενος και να πάρει τη θέση του στον ουρανο.
Εκεί άρχιζαν τα παρακάλια. "Δώσε μου κι εμένα να τραβηξω λιγο, να δω πως τραβάει" έλεγαν τα πιτσιρίκια, που δεν ειχαν δικο τους αετό αλλά έρχονταν να παίξουν με τον αετό των άλλων. Και περνούσε ή ώρα ευχάριστα, με τα παιδιά να ανταγωνίζονται για το ποιός αετός θα ανέβει ψηλότερα και τους μεγάλους να μας προσέχουν, έχοντας απλώσει μπροστά τους μια καρό πετσέτα, με κάποια από τα νηστήσιμα της ημέρας, που μας περίμεναν στο σπίτι, στο γυρισμό.
Η χειρότερη περίπτωση ήταν να μας έχει κοπεί ο σπάγγος και να γυρίζουμε σπίτι χωρίς τον αετό! Με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα και το κεφάλι κατεβασμένο. "Τι έγινε ο αετός σου, Δημητράκη; Τον πήρε ο Αίολος;" ρωτούσε η γιαγιά Ζαφειρία με χαμόγελο. "Ναι, τον πηρε, αλλά μέχρι να τον πάρει, είχαμε πάει ψηλότερα απ' ΄ολους. Ετσι δεν είναι, μπαμπά;" έλεγα και γύριζα να κοιτάξω τον πατέρα μου, που συγκατένευε αμέσως. "Βεβαίως. Πιο ψηλά απ' όλους και του χρόνου θα πάμε ψηλότερα, όπως θα πάμε ακομη καλύτερα και στο σχολείο!"...

cotommatae