Το βουνό αγαπάει αλλά και παιδεύει

olympos ithakisios agios dionysios

Του Δημήτρη Καπράνου

Ένας ακόμη -νεαρός αυτή την φορά- ορειβάτης έχασε την ζωή του στο βουνό. Και είναι πολλοί εκείνοι που θα πουν "Μα, τί θέλουν αυτοί οι τύποι

και ανεβαίνουν στα βουνά και σκοτώνονται" ;
Επιτρέψτε μου να σας πω ότι για τον ορειβάτη το βουνό δεν είναι "σπορ" ούτε "ψυχαγωγία". Το βουνό, αν το αγαπήσεις, γίνεται κομμάτι τη ζωής σου, γίνεται μέρος του εαυτού σου, δεν σε αφήνει να το ξεχάσεις. Κι όταν αναγκασθείς-εκ των πραγμάτων- να το αποχωρισθείς, η σκέψη του και μόνο, σε τονώνει...
Βεβαίως, οι Έλληνες δεν γνωρίζουμε την ομορφιά των βουνών της πατρίδας μας. Μπορεί να μην έχουμε τα πανύψηλα όρη της κεντρικής Ευρώπης, αλλά τα δικά μας βουνά είναι από τα ομορφότερα του κόσμου.
Θα περίμενε κανείς ότι με τα τέσσερα και πλέον εκατομμύρια κατοίκων στην Αθήνα, θα γέμιζαν κάθε Σαββατοκύριακο οι κορυφές της Πάρνηθας, της Πεντέλης, του Υμηττού, του Κιθαιρώνα, αλλά και του Αιγάλεω, από ορειβάτες και πεζοπόρους. Θα περίμενε να έχει αναπτυχθεί-και ως ανάγκη για λόγους υγείας- η φυσιολατρεία.
Στην Ελλάδα, όμως, που τα τελευταία χρόνια οι νέοι διδάχθηκαν -με επιμέλεια και τέχνη- ότι διασκέδαση είναι τα κοσμικά νησιά, ότι τα Σαββατοκύριακα μπορεί να τα περάσεις σε ένα "σαλέ" τρώγοντας και πίνοντας, αρκεί να φορέσεις την στολή του σκι και να βγάλεις μερικές φωτογραφίες για να τις "ποστάρεις" στα "σόσιαλ μίντια", το βουνό δεν έχει πάρει την θέση που του αξίζει.
Θυμάμαι, χαρακτηριστικά, πριν αρκετά χρόνια, όταν στο Καρπενήσι υπήρχε ένα μόνο ξενοδοχείο και στο Βελούχι δεν υπήρχε "χιονοδρομικό", αποφασίσαμε, Ιούλιο μήνα, να ανέβουμε κορυφή. Ο θείος μας, πρόεδρος του "Οδοιπορικού Πειραιώς", συμβολαιογράφος-συγγραφέας και δεινός ορειβάτης Ανδρέας Πατσουράκος, ο αδελφός μου Αριστοτέλης, καθηγητής στη Γλασκώβη και η ταπεινότης μου, ξεκινήσαμε αξημέρωτα από το Καρπενήσι, με έναν περίεργο, ευμετάβλητο, καιρό.
Με ρυθμό και μέτρο, φθάσαμε κορυφή πριν το μεσημέρι, ενώ τα σύννεφα είχαν κατέβει ήδη χαμηλά. Ένα κολατσιό, νεράκι από το φλασκί, φωτογραφίες στην κορυφή, ξεκούραση και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Μας έπιασε, όμως ο καιρός, βροχή δυνατή, αέρας, δύσκολα τα πράγματα. Σε ένα πλάτωμα, υπήρχε μια στάνη, προς την οποία κατευθυνθήκαμε μουσκεμένοι.
Ο τσοπάνος μας καλοδέχτηκε, είχε ανάψει και φωτιά, ζέστανε γάλα και μας πρόσφερε τυρί. Στεγνώσαμε, η βροχή σταμάτησε και ετοιμαστήκαμε για φευγιό.
Ο τσοπάνος, ένας μεγαλόσωμος άνδρας με βροντώδη φωνή, μας ρώτησε. "Καλά και πόσα παίρνετε για να ανεβαίνετε εδώ πάνω";
Δεν τολμούσε καν να σκεφθεί ότι δεν παίρναμε αμοιβή για να ανεβαίνουμε, με τέτοιο καιρό, στην κορυφή ενός βουνού! Κι όταν του είπαμε "πληρώνουμε κι από πάνω", σταυροκοπήθηκε...
Δύσκολο να αντιληφθεί κανείς το τί σημαίνει για τον ορειβάτη το βουνό. Δεν μπορεί να νιώσει την έλξη που νιώθει ο ορειβάτης. Έλξη, η οποία πολλές φορές τον κάνει να ξεχνά τον κίνδυνο. Κι εκεί παραμονεύει το πρόβλημα. Γιατί το βουνό σε αγαπάει, αλλά "όποιος αγαπάει παιδεύει"...

(στην φωτογραφία, ο πίνακας του ζωγράφου του Όλυμπου Β.Ιθακήσιου)

cotommatae