Θρίαμβος εν ζωή, με την αξία του...

kapranos d

Του Δημήτρη Καπράνου

Πολύ ευχαριστήθηκα από την ανταπόκριση του κόσμου στην εκδήλωση του Παναθηναϊκού Σταδίου για τον Μίκη Θεοδωράκη.


Πρέπει να γνωρίζετε ότι ο ελληνικός λαός είναι περίεργος, ότι συνηθίζει να τιμά τους μεγάλους κάθε χώρου μετά θάνατον. Γι αυτό και ανησυχούσα με το αν θα υπήρχε η δέουσα ανταπόκριση από τον κόσμο.
Ήταν μια εκπληκτικής ομορφιάς βραδιά, με τον Μίκη εκεί, στα 92 του χρόνια, να ανοιγοκλείνει τα τεράστια χέρια του, όπως τότε, που μέσα τους χωρούσε όλη η Ελλάδα, τότε, που "ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσα απ' τ' άγρια γένια τους"!
Τι εποχές, Θεέ μου! Με τον Μάνο και τον Μίκη, να συναγωνίζονται σε ιδέες και εμπνεύσεις, με την "Οδό Ονείρων" από την μια και την "Όμορφη πόλη" από την άλλη όχθη της λεωφόρου Αλεξάνδρας!
Τι έκρηξη δημιουργίας! Φωνές και στίχοι, μουσικές και κοσμοπλημμύρα, σε μια περίοδο που στην χώρα συγκρούονταν το παλιό με το καινούριο, σε μια εποχή που στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ανατρέπονταν παραδόσεις και συνήθειες αιωνόβιες, εδώ ο Μίκης και ο Μάνος και από κοντά ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Λεοντής, άλλαζαν τη ζωή μας...
Ακόμη και στο "Φεστιβάλ ελληνικού τραγουδιού", που τότε δεν είχε ακόμη μετακομίσει στην Θεσσαλονίκη και γινόταν στην "Αθηναία" του Φαληρικού Δέλτα, κονταροχτυπήθηκαν οι γίγαντες...
Το τρυφερό "Κυπαρισσάκι μου ψηλό" του Μάνου, με την Νανά Μούσχουρη, πρώτο βραβείο το 1960 και η ρυθμική και με έντονο τον ήχο του μπουζουκιού "Απαγωγή" του Μίκη, με την Μαίρη Λίντα, πρώτο βραβείο το 1961.
Εμείς, που ζήσαμε εκείνη την εποχή, ανήκουμε στην φουρνιά εκείνη η οποία χάρηκε πραγματική Ελλάδα και γεύθηκε το νέκταρ του ελληνικού τραγουδιού.
Σας εξομολογούμαι κάποιες, μοναδικές, εμπειρίες μου. Στην Αβάνα, σε ένα μεγάλο νυχτερινό κέντρο, στο "τσακίρ κέφι", κάθισα στο πιάνο και έπαιξα "Τα παιδιά του Πειραιά". Οι μισοί θαμώνες νόμιζαν ότι είναι ο Εθνικός μας ύμνος! Οι άλλοι μισοί, ήσαν βέβαιοι ότι Εθνικός μας ύμνος είναι ο "Ζορμπάς"!
Ο Μίκης, λοιπόν, που δεν έφυγε νωρίς όπως ο άτυχος Μάνος, έζησε προχθές την αποθέωση, άκουσε το χειροκρότημα από την λαοθάλασσα του Καλλιμαρμάρου και χωρίς αμφιβολία θα γέμισε η ψυχή του με τόση αγάπη, τόσο απέραντο θαυμασμό.
Πολλά του οφείλει ο τόπος. Κυρίως το ότι έφερε κοντά στον απλό κόσμο, τους μεγάλους Έλληνες ποιητές.
Ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιώργος Σεφέρης, έγιναν απλά καθημερινά τραγούδια, τα ακούς σήμερα σε κάθε γλέντι, σε κάθε συντροφιά.
Ποιός δεν έχει πιάσει την κιθάρα , για να συνοδεύσει "Το περιγιάλι το κρυφό" ("Αρνηση"), έστω και αν -μουσική αδεία- ο Μίκης άλλαξε το νόημα των στίχων.
"Με τι καρδιά με τι πνοή τι πόθους και τι πάθος πήραμε την ζωή μας (εδώ υπάρχει άνω τελεία και παύση) λάθος! Κι αλλάξαμε ζωή..."
Δηλαδή "Κακώς πήραμε τη ζωή μας με τόσο πάθος. Και την αλλάξαμε"! Ο Μίκης, όμως, ουδέποτε επικρίθηκε γι αυτό του το "τρικ". Έτσι γίνεται με τους μεγάλους καλλιτέχνες. Να τα εκατοστήσεις, Μίκη!