Ακύμαντοι, Δυτικοανατολικά της Γης

dritsas half

Του Θοδωρή Δρίτσα

Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του βουλευτή Πειραιά Θ. Δρίτσα στην παρουσίαση των βιβλίων του Νίκου Σκορίνη, «ΑΚΥΜΑΝΤΟΙ» και «ΔΥΤΙΚΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΓΗΣ», που πραγματοποιήθηκε στο Εμπορικό & Βιομηχανικό Επιμελητήριο, στον Πειραιά.

Θα ήθελα να μου επιτρέψετε, φίλες και φίλοι, κυρίες και κύριοι, πριν μπω στην παρουσίαση των δύο βιβλίων, να κάνω ένα επίκαιρο σχόλιο, αναφορικά με το χθεσινό συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, χωρίς να μπω σε αυτό καθαυτό το θέμα. Κι αυτό, γιατί αισθάνομαι πως έχει έμμεση μεν, αλλά έντονη σχέση, με τα ερεθίσματα που μας δίνουν τα δύο μυθιστορήματα του Νίκου Σκορίνη.

Θέλω λοιπόν να σας πω, ότι αυτό που εγώ τουλάχιστον νιώθω να επικαιροποιείται αυτές τις μέρες, αναφορικά με την προσπάθεια οριστικής επίλυσης του ονόματος της Fyrom, δεν είναι η διαφορά ανάμεσα σε μία «εθνικιστική» και σε μία «διεθνιστική» προσέγγιση (και τα δύο εντός εισαγωγικών). Αντίθετα, είναι η διαρκώς αναπαραγόμενη και μάλιστα με άγονες ή και τραγικές συνέπειες, διαφορά, ανάμεσα στην αναζητούμενη εθνική αυτοπεποίθηση που λείπει και στην αυτάρεσκα φτιασιδωμένη αλλά με περισσή έπαρση, εθνική ανασφάλεια που περισσεύει. Εξηγήσιμη μεν, δικαιολογημένη μέχρι ένα σημείο από τα όσα έχει τραβήξει αυτός ο τόπος, αλλά καθόλου χρήσιμη και δημιουργική αυτή η ανασφάλεια. Αυτή την ανάγνωση σας προτείνω και τη θέτω στην κρίση σας.

Κυρίες και κύριοι,

Ευχαριστώ το Νίκο Σκορίνη, για την τιμητική για μένα επιλογή του, να είμαι ένας εκ των παρουσιαστών των βιβλίων του, στον Πειραιά, μαζί με τόσο σημαντικούς ανθρώπους, όπως ο Αντιπεριφερειάρχης Πειραιά Γιώργος Γαβρίλης, ο Πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης και ο σκηνοθέτης Μανούσος Μανουσάκης.

Ο Νίκος Σκορίνης, είναι ένας ξεχωριστός σύντροφος, με έντονη πολιτική παρουσία, κυρίως, όμως, με έντονη κοινωνική παρουσία και διαδρομή. Είναι ενεργός πολίτης, με άποψη, με κοσμοθεωρία, με διαρκείς ανησυχίες, κυρίως, όμως, ενεργός πολίτης με έντονα βιώματα, που δεν τα προσπερνά και δεν τα καταναλώνει. Αντίθετα, τα ενεργοποιεί διαρκώς και η αγωνία του είναι να κάνει τα βιώματά του δημιουργία. Έτσι μπορώ να εξηγήσω την επιλογή του, να γράψει αυτά τα δύο μυθιστορήματα, που παρουσιάζουμε σήμερα στον Πειραιά.
 Το «Δυτικοανατολικά της Γης» που πρωτοεκδόθηκε το 2012 από τις Εκδόσεις Καμπύλη και σήμερα πια, έχει φτάσει στην 3η έκδοση και στην 9η χιλιάδα, από τον Εκδοτικό Οίκο Λιβάνη και…
 Το δεύτερο μυθιστόρημα με τίτλο «Ακύμαντοι», που πρωτοεκδόθηκε τον Ιούνιο του 2015 και σήμερα, έχει εκδοθεί η 5η χιλιάδα, από τις Εκδόσεις Λιβάνη. Του εύχομαι να συνεχίσει τη δημιουργική του πορεία στην ελληνική λογοτεχνία, όπως και στους άλλους τομείς της ζωής του.
Επισημαίνω, καταρχήν, κάτι ίσως δευτερεύον, αλλά παρόλα αυτά -κατά τη γνώμη μου- αξιοπρόσεκτο. Και τα δύο μυθιστορήματα, ολοκληρώνονται σε 411 σελίδες! Σύμπτωση; Υπάρχει κάποιο μυστικό που το ξέρει ο Νίκος και δεν το ξέρουμε εμείς;
Το δεύτερο που με εξιτάρει και νομίζω πως και αυτό έχει νόημα να το επισημάνω, είναι ότι και στα δύο μυθιστορήματα, στα προ-εισαγωγικά ταυτοτικά στοιχεία της έκδοσης, ο συγγραφέας προφανώς κι όχι ο εκδότης, προτάσσει την παρακάτω προειδοποίηση:
«Το βιβλίο αυτό, αποτελεί φανταστικό δημιούργημα. Τα ονόματα, οι χαρακτήρες, τα περιστατικά, οι ιδεολογίες ή οι θεσμοί που περιγράφονται, υπαινίσσονται ή αναφέρονται, είναι προϊόν της φαντασίας του συγγραφέα ή χρησιμοποιούνται σε φανταστικό πλαίσιο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα, πολιτικά και θρησκευτικά συστήματα ή πρόσωπα, εν ζωή ή όχι, είναι τελείως συμπτωματική».

Προφανώς, ο Νίκος Σκορίνης, μας προσκαλεί να συμμετάσχουμε στη μυσταγωγία της ανάγνωσης, απαλλαγμένοι από στερεότυπους προϊδεασμούς και προκαταλήψεις. Μέχρι εκεί μας πείθει η δήλωσή του, για την ειλικρίνειά της. Πέρα από κει, όμως, θα `θελα να του πω, ότι δεν τον πιστεύουμε. Αντίθετα, η μυθιστορία του, ιδιαίτερα στους «Ακύμαντους», πατάει στέρεα σε ισχυρά βιώματα, που δεν είναι μόνο δικά του, αλλά είναι βιώματα δύο και τριών γενεών, της σύγχρονης ελληνικής -τουλάχιστον- πραγματικότητας και έχει σχέση με αυτά.

«ΔΥΤΙΚΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΓΗΣ»

Ένα μυθιστόρημα περιπέτεια, με γεωστρατηγικό φόντο. Στην εποχή μας (το 2004) τρεις διεθνικές, παρακρατικές, πανίσχυρες, αθέατες Οργανώσεις, απόλυτα διεφθαρμένες και ταυτόχρονα διαφθορείς, ακραία αδίστακτες, απερίγραπτα σκληρές, που συνδέονται με τα κυρίαρχα κράτη και κέντρα εξουσίας των καιρών μας, αναζητούν η κάθε μία για δικούς της λόγους να βρουν τα «τετράδυμα», τις οκτώ δηλαδή αρχαιοελληνικές πλάκες, ανυπολόγιστης αξίας -κυριολεκτικά-, με την έννοια ότι αυτό που αποκαλύπτουν ανατρέπει ό,τι η ανθρωπότητα έχει αποδεχτεί μέχρι τώρα ως ισχύον ως προς την (επιστημονικά διερευνημένη και βεβαιωμένη) διαδικασία εξέλιξής της. Ανάμεσά τους και η ελληνική υπηρεσία μυστικών υποθέσεων (κατασκοπική προφανώς), η οποία, όμως, έχει τον απόλυτα πρωταγωνιστικό ρόλο στη μάχη κατά του Κακού που εκπροσωπούν οι Οργανώσεις.

Η αφήγηση πηδά από τόπο σε τόπο στο μισό σχεδόν πλανήτη: Αίγυπτος και Αραβόφωνη Αφρική, Νέα Υόρκη, Αθήνα, Παρίσι, Βόρεια Ρωσία, Βατικανό, Κωνσταντινούπολη. Ο ρυθμός της ξέφρενος, τα επεισόδια καταιγιστικά, οι μάχες αιμοσταγείς, οι νεκροί πολλοί, τα βασανιστήρια φρικτότερα, οι αντοχές όμως σπουδαίες, οι άνθρωποι με εξωπραγματικές δεινότητα, γνώσεις και εμπειρία σε ό,τι αναλαμβάνουν ή εξειδικεύονται. Ο απόλυτος, αρχέτυπος πόλεμος μεταξύ Καλού και Κακού, με αγγέλους τους ισότιμους και αποφασισμένους ανθρώπους με εντελώς αντιθετικά κίνητρα.

Σιγά-σιγά διαπιστώνει κανείς ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα είδος κενού• κενού της καθημερινής πραγματικότητας, κενού των πραγματικών ανθρώπων και κοινωνιών, κενού των πραγματικών αναγκών. Όπως ακριβώς συμβαίνει στα παραμύθια για παιδιά όπου τα σύμβολα αρκούν, όπως στην εποχή του μοντερνισμού αφηγούνται τη μεγάλη ιδέα του Καλού και του Κακού, με τον ιδιαίτερο εικονολατρικό τρόπο τους, τα κόμικς. Χάρτινοι ήρωες αλλά με βάθος τους την φιλοσοφική και υπαρξιακή αγωνία. Στο στόμα τους ο Νίτσε, ο Πλάτωνας, ο Καμύ…
Ένα σύνολο εικόνων-στιγμιότυπων λοιπόν, κινηματογραφικής γραφής και έντασης, με σκηνές, σεκάνς και συνειρμική ροή του χρόνου. Εκεί ακριβώς είναι που μπαίνουν οι αλήθειες και οι πραγματικότητες, στους συνειρμούς• οι ήρωες θυμούνται, αναπολούν, περιγράφουν τον εαυτό τους και εκθέτουν την κοσμοθεωρία τους και τότε είναι που γίνονται κανονικοί άνθρωποι, σαν αυτούς που σκόπιμα παραλείπονται, καλοί ή κακοί, αλλά πάντως άνθρωποι. Γιατί οι άνθρωποι είναι σημαντικοί, γιατί έχουν αντιφάσεις και αδυναμίες. Αρκεί να παλεύουν με αυτές. Όχι γιατί είναι τέλειοι. Όχι γιατί είναι «ήρωες».

Ίσως επειδή ο μύθος σχετίζεται με τον αρχαιοελληνικό λόγο (και τη γλώσσα), το έργο διαρθρώνεται σε σαράντα κεφάλαια που τα τριάντα περίπου απ’ αυτά τιτλοφορούνται με ένα ρήμα, σαν στολίδι στο μέσο της σελίδας, ρήμα της αρχαιοελληνικής γραμματείας που όντως δεν ενυπάρχουν αυτούσια στη σύγχρονη νεοελληνική μας• γι’ αυτό, φροντίζει ο συγγραφέας, στην υποσημείωση της ίδιας σελίδας, να μεταφράζει στην τρέχουσα γλώσσα μας, όπου βεβαίως τα βρίσκει κανείς σε πλήρη ακμή. Ασπαίρω (σπαράζω, σπαρταρώ), ιμείρω (ποθώ), νεανιεύομαι (συμπεριφέρομαι απερίσκεπτα), ταγεύω (άρχω), δειματώ (φοβερίζω)….

Ίσως επειδή το μυθιστόρημα αφορά πιο πολύ στον ίδιο τον ψυχισμό του συγγραφέα απ’ ότι κατ’ αρχήν διαφαίνεται, εγκαθιστά το Νάστο, συμπρωταγωνιστικό πρόσωπο, ως γεννημένο στη δική του πατρίδα, τη Λακωνία. Χάριν αυτής ξετυλίγεται απλόχερα η πιο συναισθηματική και γλαφυρή περιγραφή για την ομορφιά της ελληνικής γης και του ελληνικού έθους και ήθους. Χάριν του Νάστου και της Λακωνικής γης αποτίει τιμή στους αρχαίους ελληνικούς μύθους και Ιστορία, προκειμένου να υπενθυμίσει αξίες υψηλές, μέσα όμως -πράγματι- από την αντίφαση που και αυτά γεννούν αφού αποδείχτηκε ότι τίποτα δεν ήταν αρκετό να αποτρέψει την έλξη των ανταγωνιζόμενων ανθρώπων, προς το Κακό.

Ίσως επειδή ο συγγραφέας ανησυχεί για το μέλλον μας, το μέλλον της περιοχής που ζούμε, το μέλλον που μας επιφυλάσσει η παγκοσμιοποίηση των μεγάλων συμφερόντων και που μας αγγίζει όλο και πιο πολύ, τοποθετεί και την χώρα μας στο επίκεντρο του αδυσώπητου παιχνιδιού, πράγμα ασυνήθιστο στην πραγματικότητα. Επιφυλάσσει όμως σ’ αυτήν -προφανώς από ρομαντισμό και ιδεολογική ταυτότητα- το ρόλο του θεματοφύλακα του Καλού• η Ελλάδα μπορεί, έχει την ικανότητα για το ρόλο του Κακού αλλά ταυτίζεται με το Καλό. Είναι όμως έτσι;

Στο τέλος μένουν όλα όπως έχουν. Η μάχη συνεχίζεται, ο καθηγητής Λιαντίνης -ισχυρή αναφορά στο βιβλίο- χάθηκε, δεν υπάρχουν ακόμα αποφασιστικές απαντήσεις. Το οικοδόμημα μέλλεται να συνεχίσει ως έχει, το μυστικό των φιλοσοφικών πλακών άγνωστο αν και πότε θα αποκαλυφθεί.

Υπάρχει, τέλος, ένας τριτορολίτης αλλά σημαντικός για την πλοκή με το επώνυμο Δουκάκης. Διανοούμενος, αρχαιολόγος, στην υπηρεσία των ελληνικών μυστικών αρχών, οι γνώσεις και ικανότητές του κλειδί στην εξέλιξη της περιπέτειας, ορισμός της αφοσίωσης στο σύμπαν των ιδεών και των καλών στόχων της επιστήμης, μεθυσμένος με τα μυστήρια και τα ανεξιχνίαστα άλλων εποχών, που ζει μόνο γι’ αυτά.

Συμπέρασμα: δε θεωρώ καθόλου ανεξήγητο, το ότι μετά από τη σκληρή αναμέτρηση με το «ΔΥΤΙΚΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΓΗΣ», ο Νίκος Σκορίνης αισθάνθηκε την ανάγκη να εμπνευστεί και να ανακαλύψει τους «ΑΚΥΜΑΝΤΟΥΣ». Ως να κυοφορήθηκε το δεύτερο βιβλίο, ταυτόχρονα με τη συγγραφή του πρώτου.

Και προχωρώ στους «ΑΚΥΜΑΝΤΟΥΣ»….

«ΑΚΥΜΑΝΤΟΙ»

* [Διαβάζω αποσπάσματα, από το κεφάλαιο 1 «Στην αγκαλιά ενός φυσικού Θεού»…]
“ΕΛΛΑΔΑ, ΤΕΛΗ ΤΟΥ 1948… Ο Εμφύλιος Πόλεμος αποδεκατίζει ό,τι έχει αφήσει πίσω του όρθιο ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Σ’ ένα μικρό χωριό του Ταΰγετου, ο Δεκέμβρης μόλις έχει ξεψυχήσει, αφήνοντας την τελευταία του πνοή στη γλυκιά θαλπωρή της πρώτης ανάσας του 1949. Νοματαίοι στο χωριό, τετρακόσιοι ακριβώς. Υπεραιωνόβιοι εφτά, αιωνόβιοι πέντε, όλες οι άλλες ηλικίες από δω και κάτω!
………………………………….
Είχε δεν είχε προφθάσει το 1949 να διατρέξει την πρώτη ώρα της ζωής του και ακούστηκε το πρώτο τσιριχτό κλάμα. Ο κόλπος της Αθηνάς παρέδιδε στον κάτω μαχαλά του χωριού το πρώτο αγόρι της βραδιάς. Μισή ώρα αργότερα, ο πάνω μαχαλάς είχε ισοφαρίσει, αλλά υστερούσε στα σημεία. Το δικό του νεογέννητο, «δυστυχώς» έλαχε να είναι κορίτσι. Το νέο μαθεύτηκε αστραπιαία στα καφενεία και οι θαμώνες του κάτω το ’παιζαν μάγκες αρσενικής βολής, γιουχαΐζοντας τους άλλους. Η επόμενη ώρα, όμως, έφερε τα πάνω κάτω και τους νταήδες στα ίσα τους. Δύο ακόμα νέα βλαστάρια είχαν προστεθεί στον πληθυσμό του χωριού, αλλά αντίστροφα στο γένος. Κορίτσι στο κάτω χωριό και αρσενικό στο πάνω. Το τελευταίο μάλιστα, σωστό αντράκι με τ’ αρχίδια του έτοιμα προς χρήση, όπως έκραξε η μαμή καθώς το σήκωσε ψηλά, πριν το δώσει στην πρώτη αγκαλιά της μάνας του. Τέτοιες ταυτόχρονες γέννες δεν είχαν ματαγίνει στο χωριό!
Τα ονόματα δόθηκαν αμέσως από τους πατεράδες τους, που κατά τύχη βρέθηκαν όλοι στο ίδιο μαγαζί, αλλά σε διαφορετικά τραπέζια. Ο Θεός θα περίμενε αργότερα τη σειρά του για να τα ονοματίσει. Πέντε κιλά κρασί κέρασε τους θαμώνες έκαστος των γονιών, για τη βάπτιση ενώπιον του λαού. Με τη σειρά, όπως γεννήθηκαν: Μάρκος, Μυρσίνη, Ροδάνθη, Άγης. Όλοι οι νεοσσοί, τέκνα του Αιγόκερου.
………………………………………….
«Τέσσερα αιγοκεράκια! Θεός φυλάξοι!» σχολίασε και μια γεροντοκόρη με ζήλια.”

Εδώ σταματώ την ανάγνωση από τα αποσπάσματα του πρώτου Κεφαλαίου των Ακύμαντων. Σημειώστε όμως:
• Ο Νίκος Σκορίνης γεννήθηκε το 1949! Στη Λακωνία! Στην Παλαιόβρυση! Στον Ταΰγετο! Γενάρη! Αιγόκερος! Τέσσερα πρόσωπα - πορείες ζωής, σε …. «συσκευασία ενός»;
Από κει και πέρα, το μυθιστόρημα ξεδιπλώνει την πορεία ζωής αυτών των τεσσάρων ανθρώπων, του Μάρκου, της Μυρσίνης, της Ροδάνθης και του Άγη. Την κοινή και παράλληλη πορεία ζωής, που ακολούθησαν τα τέσσερα «Αιγοκεράκια». Η ζωή των «ακύμαντων», δηλαδή των αδιατάραχτων, των γαλήνιων, των ήρεμων, των αταλάντευτων, των σταθερών. Μέσα σ’ έναν κόσμο διόλου αδιατάραχτο, ούτε γαλήνιο και ήρεμο, αλλά αντίθετα, διαρκώς ταλαντευόμενο και ασταθή. Τον κόσμο της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά και της σύγχρονης παγκοσμιότητας. Τον κόσμο της φτώχειας, της ξενιτιάς και της μετανάστευσης, της αδικίας, της μοναξιάς. Αλλά και τον κόσμο της αναζήτησης της δημιουργίας. Δεν είναι μόνο οι τέσσερεις αυτού του κουαρτέτου μιας ανυπέρβλητης φιλίας, ενός κοινού αγώνα αξιοπρέπειας και μιας ταυτισμένης μοίρας. Είναι κι άλλα πρόσωπα, που εμπλέκονται σ’ αυτήν την πορεία ζωής. Και είναι λογικό. Κανείς δε λειτουργεί στο κενό. Υπάρχει και ο Νότης και η Γιασεμίνα και ο Άγγελος και η Ιωάννα και ο Δημήτρης και ο Βασίλης και η Ρίτα και ο Λάμπρος και ο Φίλιππος και ο Λαχωρίδης. Και η Δάφνη και ο Βαγγέλης. Υπάρχουν και οι ανεξιχνίαστες δολοφονίες του Παπαναστασίου και του Γλυνού. Υπάρχει και ο Ρέντφορντ, ο ιδιωτικός ντεντέκτιβ στο Σικάγο και υπάρχουν και τα γεγονότα. Μα πάνω απ’ όλα, υπάρχει η ζωή και η αγωνία της στη σύγχρονη Ελλάδα. Υπάρχουν οι έρωτες, δικαιωμένοι και αδικαίωτοι, υπάρχει ο αγώνας, υπάρχει η προσδοκία, υπάρχει η αξιοπρέπεια. Και σ’ όλα αυτά υπάρχει και η Lehman Brothers και η Goldman Sachs.
Δεν είμαι λογοτέχνης, ούτε πολύ περισσότερο κριτικός της λογοτεχνίας. Δεν ξέρω να σας πω αν αυτό το μυθιστόρημα του Νίκου Σκορίνη, είναι ένα πολιτικό αφήγημα με μυθιστορηματική πλοκή ή αν είναι μία μυθιστοριογραφία με πολιτικό φόντο. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Με συνομωσίες, με πράκτορες, με δολοφονίες, με απαγωγές και με πολλά άλλα μυστήρια και ανεξιχνίαστα. Από λογοτεχνική άποψη, όμως, νομίζω, ότι το πιο μεγάλο του προτέρημα, είναι η έκπληξη. Η απρόοπτη εξέλιξη. Το απρόβλεπτο. Η ανατροπή. Και η ελεγεία στην τραγική μοίρα των ανθρώπων. Σ’ αυτές τις στιγμές, νομίζω, είναι που κυρίως δικαιώνεται η συγγραφική τόλμη του Νίκου Σκορίνη.
Το βιβλίο επιχειρεί παράλληλα, να προσεγγίσει -μυθιστορηματικά πάντα- τα ερωτήματα και για την σισύφεια πορεία της Αριστεράς και για το πώς και το γιατί φτάσαμε στη χρεοκοπία και στην κρίση. Και πως τις βιώσαμε. Με στοιχεία τραγωδίας, οδηγείται στην κορύφωση κι εκεί προς το τέλος, ο συγγραφέας αποφαίνεται:
- «τη μάχη για τη ζωή μας, θα τη δώσουμε στον τόπο που γεννηθήκαμε», βάζει στο στόμα του Νότη και της Γιασεμίνας, ο Νίκος Σκορίνης. Και λίγο πιο κάτω…
- «ακύμαντοι παραμένουν ελάχιστοι πια! Μαζικά οι Έλληνες, νιώθουν πως απειλούνται»
- για να καταλήξει: «ποτέ δεν έμαθαν…. (οι «Ακύμαντοι») γιατί είχαν συμβεί όλα αυτά. Υποθέσεις έκαναν…»

*Η Μυρσίνη, όμως, δε ζει πια. Δεν είναι τυχαίο. Η συγγραφική σύλληψη πολυσήμαντη. Τα τέσσερα «Αιγοκεράκια», ήταν σπουδαίοι άνθρωποι και οι τέσσερεις. Ο καθένας και η καθεμιά με τα ξεχωριστά του χαρακτηριστικά, αλλά το ένα συμπλήρωνε το άλλο, σε μια ενιαία ολότητα κοινής ζωής, κοινής διαδρομής, ως ένα αδιάσπαστο κουαρτέτο, της προσωπικής διεκδίκησης του συγγραφέα προς τα υψηλότερα ιδανικά. Το καθένα «Αιγοκεράκι» το ρόλο του, αλλά ειδικά η Μυρσίνη, ενσάρκωση της ανιδιοτελούς θυσίας της προσφοράς και του συναισθήματος. Χωρίς αυτήν, το «κουαρτέτο» δεν υπάρχει.
Θέλεις Νίκο Σκορίνη, να μας χτυπήσεις κάποια δυνατή καμπάνα, γι’ αυτό, από κάποιο ξωκλήσι των κορυφογραμμών του Ταΰγετου;
Έτσι κι αλλιώς, σε ευχαριστούμε και για τα δύο σου βιβλία.

cotommatae