Τουρισμός και συνεργατική οικονομία: Προς ενδεχόμενη κοινή νομοθεσία(;)

theodoridis giorgos

Του Γιώργου Θεοδωρίδη*

Το ζήτημα των ηλεκτρονικών πλατφορμών παροχής υπηρεσιών βρέθηκε στην ευρωπαϊκή επικαιρότητα με τρόπο σχεδόν... «εκκωφαντικό»

το τελευταίο διάστημα. Στη χώρα μας το ζήσαμε εις διπλούν, αφενός με την εφαρμογή της Taxi Beat και την οργισμένη αντίδραση μερίδας αυτοκινητιστών και αφετέρου με ζητήματα νομιμοποίησης της δραστηριότητας της Uber, που αφορούν την παροχή υπηρεσίων μεταφοράς πελατών με ιδιωτικά οχήματα.

Το πρώτο ζήτημα είναι αμιγώς ελληνικό. Η διένεξη που δημιουργήθηκε για άλλη μια φορά στο χώρο των ταξί αφορά επί της ουσίας την άρνηση συγκεκριμένων ιδιοκτητών στην εισαγωγή της Beat στην αγορά, με τις καινοτομίες που αυτή προσφέρει – και κυριότερη την αξιολόγηση από τους πελάτες όλων των οδηγών που μετέχουν στην εφαρμογή.

Το δεύτερο ζήτημα, εκείνο της Uber, είναι βέβαιο ότι δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Εδώ και πολλούς μήνες τα ζητήματα που έχουν εγερθεί πανευρωπαϊκά επί του θέματος είναι πολλά. Θεσμικό πλαίσιο που σε άλλα κράτη υπάρχει (βλ. Μεγάλη Βρετανία) αλλά σε άλλα απουσιάζει παντελώς, αντιδράσεις συνδικαλιστικών φορέων (βλ. οδηγούς ταξί Βρυξελλών), ασάφειες ως προς το περιεχόμενο, ζητήματα ασφάλειας και αξιοπιστίας, ζητήματα φορολόγησης των παρεχομένων υπηρεσιών και άλλα.

Εκείνο, όμως, που ουσιαστικά δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτό από τις κυβερνήσεις των περισσότερων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ότι η Uber έτυχε να είναι το πρώτο δέντρο σε ένα πολύ μεγάλο δάσος που καλείται «Συνεργατική Οικονομία» (Αγγλ. όρος “Sharing Economy”). Η συνεργατική οικονομία ή οικονομία διαμοιρασμού συνίσταται σε επιχειρηματικά μοντέλα τα οποία εκδηλώνουν τις δραστηριότητές τους μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών. Οι εν λόγω πλατφόρμες υπάρχουν για να δημιουργούν μια διαρκώς ανοικτή και μεγεθυνόμενη αγορά στην οποία μπορούν να μετέχουν ιδιώτες ως πάροχοι, μεσάζοντες ή τελικοί καταναλωτές. Εν προκειμένω, στον τουριστικό τομέα, οι ιδιώτες που μετέχουν είναι άνθρωποι οι οποίοι αναζητούν ένα επιπλέον εισόδημα από την ηλεκτρονική ενοικίαση του σπιτιού τους, του αυτοκινήτου τους, άλλων χώρων που έχουν στην κυριότητά τους ή ακόμη και δωματίων ή συσκευών, σε τουρίστες από κάθε γωνιά της γης.

Το 2014 το μέγεθος των συναλλαγών μέσω συνεργατικής οικονομίας ανερχόταν στα 14 δισεκατομμύρια δολλάρια, ενώ υπολογίζεται ότι θα φτάσει τα 335 δισεκατομμύρια μέχρι το 2025. Πρωταθλητές μέχρι στιγμής στις (τουριστικές κατά κύριο λόγο) μεταφορές είναι οι γνωστές Airbnbκαι Uber. HAirbnbαξιοποιείται ήδη εκτεταμένα από ενοικιαστές οικιών για διακοπές.

Το θέμα απασχολεί εδώ και πολύ καιρό την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε εκτενή ανάλυσή του, τον Ιανουάριο του 2017, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρουσίασε μελέτη που το ίδιο διεξήγαγε το 2016, σύμφωνα με την οποία η συνεργατική οικονομία αντιπροσωπεύει σήμερα 572 δισεκατομμύρια ευρώ σε όρους ετήσιας κατανάλωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 28. Χαρακτηριστικά, σημειώνεται ότι το νούμερο μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερο και να αποσιωπάται σκοπίμως εξαιτίας απαγορευτικής κρατικής νομοθεσίας.

Επίσης, σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο του 2016, το 52% των ερωτηθέντων γνώριζαν την ύπαρξη της συνεργατικής οικονομίας, το 17% είχε πραγματοποιήσει τουλάχιστον μία συναλλαγή μέσω αυτής, ενώ το 27% ήταν άνθρωποι ηλικίας μεταξύ 25 και 39 ετών.

Οι αντιδράσεις των επαγγελματιών του τουρισμού ήταν και παραμένουν έντονες, εγείροντας ζητήματα υγείας, ασφάλειας, αλλά και ελαστικών μορφών απασχόλησης στις ίδιες τις πλατφόρμες. Στην Ελλάδα, ήδη από το 2013 έχει επιτραπεί νομοθετικά σε ιδιοκτήτες να νοικιάζουν τα σπίτια τους για συγκεκριμένη μικρή χρονική περίοδο ετησίως, χωρίς να έχουν την υποχρέωση να τα δηλώσουν ως ξενοδοχειακές μονάδες. Ωστόσο, υποχρεούνται να φροντίζουν ώστε τα σπίτια τους να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις πυρασφάλειας, υγιεινής, φορολογητέου εισοδήματος, διάρκειας ενοικίασης και ελάχιστου μεγέθους περιουσίας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινήθηκε αρχικά, όπως σε πλείστα ζητήματα, με τη μορφή Ανακοινώσεων. Εξέδωσε μία «Ατζέντα για τη συνεργατική οικονομία», διασαφηνίζοντας γενικούς ενωσιακούς κανόνες και παρέχοντας στις κυβερνήσεις μη δεσμευτικές συμβουλές σχετικά με διαδικασίες αδειοδοτήσεων και γενικότερων προδιαγραφών. Η πραγματικότητα, όμως, φαίνεται ότι επιβάλλει για άλλη μια φορά την ανάληψη πιο απτών πρωτοβουλιών. Το φετινό καλοκαίρι οι αρμόδιοι Επίτροποι δέχθηκαν ερωτήσεις από Ευρωβουλευτές σχετικά με το ενδεχόμενο ψήφισης ευρωπαϊκής νομοθεσίας (Κανονισμού ή Οδηγίας), η οποία θα θεσπίζει κοινούς κανόνες για τη συνεργατική οικονομία που θα καλούνται να εφαρμόσουν όλα τα κράτη μέλη. Η πρώτη αντίδραση της Επιτροπής ήταν μάλλον ασαφής, αφήνοντας περιθώρια για αντικρουόμενα συμπεράσματα.

Ωστόσο, στις 27 Σεπτεμβρίου 2017 εξεπέμφθη ένα διαφορετικό μήνυμα. Στην επετειακή εκδήλωση με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τουρισμού, που έγινε στις Βρυξέλλες - ένα συνέδριο με τίτλο «Σύνοδος Υψηλού Επιπέδου για τον Τουρισμό» - το θέμα τέθηκε ξανά και αυτή τη φορά οι Επίτροποι απάντησαν εμμέσως πλην σαφώς και με μια πολύ χαρακτηριστική φράση: «Θα πρέπει να υπολογίσουμε το κόστος της ‘Μη Ευρώπης’». Με απλά λόγια, το κόστος της μη ανάληψης ενωσιακής πρωτοβουλίας στο εν λόγω θέμα. Πρόκειται περί μιας έμμεσης αλλά ρητής κατάφασης στη θέσπιση κοινών κανόνων. Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί σε λιγότερο από 3-4 χρόνια και σίγουρα όχι πριν ολοκληρωθούν οι συζητήσεις για το Brexit,αλλά και η κατοχύρωση της επόμενης σχέσης που θα έχει η Ένωση με το Ηνωμένο Βασίλειο. Το κράτος μέλος που αποχωρεί είναι αυτή τη στιγμή το μόνο που νομοθετικά έχει λύσει σχεδόν εξ ολοκλήρου το συγκεκριμένο ζήτημα.

Η πολιτική επικαιρότητα, όπως πάντα, θέτει τις προτεραιότητες. Αλλά, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος που ήδη έχει αποκτήσει η τουριστική βιομηχανία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, εύκολα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πραγματική οικονομία δεν κάνει διακοπές.

*Ο Γιώργος Θεοδωρίδης είναι υποψήφιος Διδάκτορας Ευρωπαϊκού Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο